ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

του Ανάργυρου Γ. Κουτσιλιέρη, Δ.Φ. τ. Διευθυντού Βαρβακείου Σχολής-Επόπτου Μέσης Εκπαιδεύσεως

Όταν κατά την αποφράδα εκείνην Τρίτην του 1453 η Βασιλεύουσα υπέκυπτε στην Τουρκική ρομφαία, στη Σπάρτη επραγματοποιείτο έντονη επεξεργασία των πνευματικών και ηθικών δυνάμεων του Ελληνισμού και από τη Λακωνία, κατά την έκφραση του Π. Κανελλόπουλου, «ξεκινούσε αποφασιστική και γεμάτη αισιοδοξία μια νέα Ελλάς». Οι αιώνες που ακολουθούν έδειξαν πόσο δίκιο είχε ο Πλήθων, όταν έλεγε ότι η Σπάρτη συμβολίζει την αιωνίαν νεότητα της Ελλάδος. Η πτώση του Βυζαντίου εθεωρήθη γεγονός, το οποίο εσήμαινε τον πλήρη και οριστικόν αφανισμό του Ελληνισμού.

Το σώμα του Έθνους πράγματι κατεσπαράχθη, αλλά ο Ταΰγετος έδρασε καθώς η Παλλάς κατά τον σπαραγμόν του σώματος του Διονύσου. Άρπαξε την καρδίαν του Έθνους και το διασωθέν όργανο απετέλεσε το κέντρο της αναγεννωμένης ζωής του Ελληνισμού.

Πρώτη μάχη της Επαναστάσεως του 1821 κατά τον Σ. Τρικούπη ήταν η παρά τον Άγιο Αθανάσιο, όπου 300 Μανιάτες επολέμησαν εναντίον 1.700 φοβερών Λαλαίων. Ο Κολοκοτρώνης, που ήταν μαζί με τους Μανιάτες, ενθουσιασμένος είπε «Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε έναν πόλεμο που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα. Τριακόσιοι ήτον οι πρώτοι, χίλιοι εφτακόσιοι οι Τούρκοι»(1)

Ο Κολοκοτρώνης διατηρούσε επαφή με τη Ζάκυνθο, τα παιδιά του ήσαν ακόμα εκεί, και έστελνε ειδήσεις για τα γεγονότα της Επαναστάσεως. Ο Σολωμός από τη Ζάκυνθο με αγωνία παρακολουθούσε το ξεκίνημα και όταν σε λίγο συνέθετε τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, οι Τριακόσιοι Σπαρτιάτες (έτσι αποκαλούσαν τότε τους Μανιάτες) του ενέπνευσαν την απάντηση στο Μπάιρον, ο οποίος, αναπολώντας με θλίψη τα περασμένα μεγαλεία των Ελλήνων, με κάποια αδιόρατη ελπίδα αναλογίζεται τα παιδιά του Ευρώτα:

«Πρέπει τάχα να κλαίμε μεγαλεία χαμένα
και ντροπή να μας βάφη αντίς αίμα, σαν πρώτα;
Βγάλε, ω γης δοξασμένη, απ' τα σπλάχνα σου
ένα ιερό απομεινάρι των παιδιών τον Ευρώτα.
Απ' εκεινούς τους Τρακόσιους τρείς αν έρθουνε, φτάνουν
άλλη μια Θεομοπύλα στα βουνά σου να κάνουν».

Στους στίχους αυτούς του Μπάιρον δίνει ο Σολωμός την απάντηση:

Ω! τριακόσιοι! Σηκωθήτε
και ξανάλθετε σ' εμάς
τα παιδιά σας θελ' ιδήτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

Την προσφορά των Μανιατών στον αγώνα της Εθνεγερσίας κανείς πλέον σήμερα δε μπορεί να αμφισβητήσει, εκείνο που δεν θα γίνει εύκολα πιστευτό είναι το γεγονός ότι η Ελευθερία δεν ξεκίνησε απ' τον Ταΰγετο άγλωσση. Όσο κι αν θα φανεί σε μερικούς παράξενο είναι όμως αληθές ότι η γλώσσα της Μάνης βοήθησε τη διαμόρφωση της Κοινής Νεοελληνικής.

Κατά τους χρόνους της Εθνεγερσίας στον ελληνικό χώρο υπήρχαν δεκάδες ιδιωμάτων, μεταξύ των οποίων παρετηρούντο διαφορές που έφταναν κάποτε μέχρις ασυνεννοησίας. Η Βαβυλωνία, η γνωστή κωμωδία του Βυζάντιου, δε βρίσκεται πολύ μακριά από την πραγματικότητα.

Ο Γ. Χατζηδάκης, από τους μεγαλύτερους γλωσσολόγους της Ευρώπης, με έμφαση ετόνισε: «Ουδεμίαν είχομεν νεωτέραν πασίγνωστον γλώσσαν... Τα ιδιώματα ήσαν σφόδρα διάφορα αλλήλων και τα εν τούτους γραφόμενα προσέπιπτον τοις πλείστοις ακατάληπτα». Και αλλού:

«Κοινή δε τις πανταχού λαλουμένη υπό πάντων των Ελλήνων και καταληπτή πάσιν, άρκούσα δε οπωσδήποτε εις τας ανάγκας τον έθνους πράγματι δεν υπήρχεν».

Με το έργο του Σολωμού, κατά κοινή ομολογία, εμφανίζεται για πρώτη φορά η εκφραστική δύναμη της Νεοελληνικής. Η διαμόρφωση του εκφραστικού οργάνου του Σολωμού απετέλεσε δυσεπίλυτο πρόβλημα.

Όταν εκηρύχθη η Επανάσταση ο Σολωμός εδυσκολεύετο στη χρήση της Ελληνικής. Ο Σ. Τρικούπης του συνέστησε να αφήσει την Ιταλική, στην οποίαν έγραφε, και να γράψει ελληνικά. Ο Σολωμός είπε - δεν τα ξέρω πώς θα τα γράψω; - Ο Τρικούπης είχε καταλάβει ότι ο Σολωμός έφερνε γλωσσικό θησαυρό, τον οποίον θα μπορούσε να αξιοποιήσει, θα παραθέσουμε έγκυρες γνώμες ικανές να δείξουν τη σοβαρότητα του προβλήματος.

Για τη γλώσσα, με την οποία συνέθεσε ο Σολωμός το ποίημα στο θάνατο του Λόρδου Μπάιρον, ο Παλαμάς έγραψε:

«Η γλώσσα είν' εκεί όχι σαν πρόσωπο, αλλά σαν φόρεμ’ ανθρώπου που αγωνίζεται να το βάλη, και του είναι ή πολύ πλατύ και δεν του πάει, ή πολύ στενό και του σκίζεται. Ονόματα και λόγια, σόλοικα ή βάρβαρα, κακοσκημάτιστ’, αχτένιστα, δυσκολοπροχώρητα, κακοδιάλεχτα. κακοπρόφερτα. Γλώσσα που χαλάει τ' αγνά δημοτικά στοιχεία, που δεν τοποθετεί, καθώς και όπου πρέπει, ταρχαία, που εδώ βιάζει, κι εκεί αυθαίρετ' είναι».

Στην αυτή εργασία ο Παλαμάς έπειτα από μερικές σελίδες λέγει: «Η γλώσσα, από την εποχή της «Τρελλής μάννας» και τον «θάνατον τον Μπάιρον», προχώρησε σημαντικά. Χοντρά την παραγνωρίζουν όσοι την ορίζουν, δεν ξέρω τι διαλεκτική, και τι επτανησιακή, και τι μιξοϊταλίζουσα! Η γλώσσα και τον Ύμνον, με την προσπάθεια που βάζει, και των «Ελευθέρων Πολιορκημένων», με ό,τι κατώρθωσε, δίκαιο να λέγεται πανελλήνια δημοτική, ποιητική γλώσσα. Πρωτότυπα και τεχνικά χωνεύει διαλεχτά στοιχεία, κι από τα νεώτερα κι από ταρχαία, στον κορμόν απάνω το δημοτικό γνωστικά κεντρώνει τα διαλεχτότερα φύτρα, κ’ έχει τη ζωντανή πνοή της λαϊκής ψυχής, και μαζί τη σφραγίδα της πρωτοβουλίας του τεχνίτη, της γλωσσοπλαστικής. Αξίζει γι' αυτή να είπουμεν ό,τι τελευταία είπεν ένας εγκωμιαστής του Αντρέα Chenier για τη γλώσσα του: - Ευλύγιστη και καλόηχη τόσο που όσοι την πρωταγροικούσανε σταματούσαν ξαφνισμένοι νέο και αφάνταστον όργανο φραστικό».

Ο Βάρναλης που χρόνια ασχολήθηκε με το Σολωμό και το έργο του, λέει για τη γλώσσα του ποιητού: «πρέπει νάχει κανείς πολύ τουπέ, για να χαρακτηρίσει αυτή τη γλωσσική σαλάτα ως γλωσσικό ηρωϊσμό, ως υπόδειγμα και εθνικής γλώσσας και ποιητικού ύφους».

Ο ίδιος όμως σε άλλη εργασία του χαρακτηρίζει το Σολωμό «ανυπέρβλητο ως τώρα στυλίστα πεζογράφο». Οι αντιφάσεις αυτές, που παρατηρούνται τόσο στο έργο του Παλαμά όσο και του Βάρναλη, δείχνουν και αυτές τη σοβαρότητα του προβλήματος. Ο Τρικούπης ενθουσιασμένος από τη γλώσσα του ύμνου στην Ελευθερία την χαρακτηρίζει με τούτους τους λόγους: «Η ευρυχωρία της φαντασίας του ποιητού επλάτυνε και αυτά τα στενά όρια της κοινής μας γλώσσας, την οποίαν και ανέβασεν εις τα ύψη των ιδεών του».

Ο Πολυλάς στα γνωστά προλεγόμενα με έμφαση τονίζει:

«Εις τα δεκάξι οχτάστιχα του Λάμπρου ο Σολωμός έδειχνε εις το έθνος του ότι η απλή γλώσσα δύναται να εκφράση με θαυμαστή σφοδρότητα και συντομία τα παθητικότερα και πλέον απόκρυφα αισθήματα». Και αλλού: «Αλλά και εις το τραγικόν ύφος δεν εφάνη κατωτέρα η πτωχή μας γλώσσα, όπως την εμεταχειρίζετο ο Σολωμός, ώστε πρώτην φοράν εγέννησεν εις την ψυχήν μας τον Έλεον και τον Φόβον, εις το τρομακτικόν εκείνο Χριστός ανέστη του αμαρτωλού Λάμπρου».

Δε νομίζουμε πως χρειάζονται άλλες μαρτυρίες για την εκφραστική δύναμη της γλώσσης του Σολωμού, όποιος έχει αμφιβολίες διαβάζει τα έργα του ποιητού και πείθεται. Το πρόβλημα είναι το πως ο Σολωμός, που δεν εδιδάχθη ποτέ την Ελληνική και μέχρι τα χρόνια της Εθνεγερσίας ατελέστατα εγνώριζε τη Νεοελληνική, κατάφερε να εξασφαλίσει εκφραστικό όργανο που προκάλεσε τον γενικό θαυμασμό. Οι ερευνητές, που αναζητήσανε τη λύση του προβλήματος, καταλήξανε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί μυστηρίου και θαύματος.

Στη Νέα Εστία (τ. 10,1931 σ. 1059) γίνεται σοβαρή κριτική στο έργο του Φ. Μιχαλόπουλου που αναφέρεται στο Σολωμό. Στην κριτική αυτή διαβάζαμε: «Μα πως μία ποιητική συνείδησις σαν τον Σολωμού φάνηκε στην Ελλάδα και πως γράφτηκαν τόσο τέλειοι στίχοι εξακολουθεί να είναι μυστήριο που κανένας ως τώρα δεν μπόρεσε να το λύση. Ασφαλώς είναι μία εξήγηση τα Δημοτικά Τραγούδια, ο Ερωτόκριτος, ο Βηλαράς και ο Χριστόπουλος, οι Ιταλοί ποιητές, ο Γκαίτε (Ο Γκαίτε γενικά)». Και στη συνεχεία ποοσθέτει: «Μα δεν φθάνουν να μας εξηγήσουν πως έκαναν έναν άνθρωπο να μορφώση σε όργανο άφραστης τελειότητας μία γλώσσα που δεν την κατείχε τελείως και πως με τη γλώσσα αυτή ξανάδωκε μερικούς κελαϊδισμούς που όμοιοι των λίγες φορές ξανακούστηκαν. Την εξήγηση του μυστηρίου αυτού ύστερα. από τόσους άλλους την επιχειρεί και ο κ. Μ., την πετυχαίνει όμως ως ένα σημείον. Και αυτός πέφτει σε υπερβολές, μένει σε γενικότητες και δεν σχετίζει αρκετά τη ζωή του ποιητή με το έργο του».

Αυτό που στην κριτική χαρακτηρίζεται μυστήριο, ο Ν.Τωμαδάκης το αποκαλεί θαύμα:

«Και επετελέσθη το θαύμα, ενώ τόσοι λόγιοι ανετράφησαν εν μέσω λαού ποιητού, έχοντος γλώσσαν κατ’ εξοχήν ικανήν προς έκφρασιν αισθημάτων, ουδείς εξ αυτών να καλλιεργήση τον στίχον ελληνικώτεοον του Ζακυνθίου ποιητού, όστις και εξ αριστοκρατικής προήρχετο τάξεως και εις την Ιταλίαν είχε σπουδάσει και ιταλικήν μόρφωσιν είχε λάβει και ιταλιστί έγραψε πριν καν στιχουργήση ελληνιστί».

Την πενία του εκφραστικού οργάνου των Ελλήνων του 1821 ετόνισε ο αρμοδιότερος των Νεοελλήνων Γ. Χατζηδάκης:

«Μετά της φοβεράς δε πενίας ταύτης των σημασιών ηδελφωμένη έβαινε παραλλήλως και η καταπληκτική σπάνιων φράσεων ετοίμων πασίγνωστων και εκφραστικών, αίτινες πανταχού δικαίως υπολαμβάνονται μέγας πλούτος της γλώσσης·ομοίως δ' ηλαττώθη σφόδρα και η μεταφορική χρήσις τούτων. Πώς λοιπόν θα ήτο δυνατόν να συνταχθή εν τη γλώσση ταύτη βιβλίον εκτενές και σαφές: πόθεν θα ελαμβάνοντο αι λέξεις δια τας απαιτούμενας σημασίας και φράσεις εκάστοτε; Αλλά και τούτο αν κατορθούτο, τίνος κόπους θα απήτει η συναγωγή και κατεργασία τον διεσπαρμένου και αψύχου όγκου τούτου; Και τις θα υπεβάλλετο εις τους αγώνας τούτοις...».

Το κείμενο αυτό του Χατζηδάκη νόμισα ότι προσδιορίζει την πορεία, που θα 'πρεπε να ακολουθήσει κανείς επιχειρώντας να αποκαλύψει το μυστήριο και το θαύμα.

Διαβάζοντας τα ποιήματα και πεζά έργα του Σολωμού ώρες και στιγμές λέξεις και εκφράσεις μου δίνανε την εντύπωση ότι ξεστομίζονται από Μανιάτη. Ο εκδότης των Απάντων του Σολωμού καθηγητής Λ. Πολίτης εδημοσίευσε πίνακα λέξεων που χρησιμοποίησε ο ποιητής στα σατιρικά ποιήματα. Αναγράφονται 158 λέξεις, εκ των οποίων οι 37 είναι ιταλικές, που έμειναν άγνωστες στη Νεοελληνική, π.χ. σονάρω, σπεράρω, σπροπόζιτα, φάβρος κ.λπ.

Οι 72 λέξεις με την αυτή σημασία βρίσκονται και σήμερα στο λεξιλόγιο των Μανιατών. Σημειώνουμε μερικές: αδερφικάτα, αρρωστία, γιαμά, ντελέγκου, ζάρω, καθίγλα, κογιονάρω, λιγούρα, μπουρσώνω, ξεστίχου, πλιό, πλεζονιά, πρίχου, ρούγα, σιδεροστία, σκολειταρούδι, σκουτέλι, στουμπώνω, τίγαρες, τόμου, τρουβέλι, φιλί κλειδί κ.λπ.

Προσθέτουμε λίγους ακόμα χαρακτηριστικούς τύπους από διάφορα έργα του Σολωμού.

Σε παραλλαγή που δημοσιεύει ο Πολίτης (2,244) ο τύπος ορυάζεται. Στο Ταίναρο λέγεται αουριάζεται.

Με την ίδια σημασία στα μανιάτικα της Κορσικής (2).

Στη «Γυναίκα της Ζάκυθος» υπάρχουν οι τύποι: 1,16 έργατα(3), 2,2 τηχτικό, 2,10 γρόθος, 4,4 και 4,32 καθίκλα (4) 4,15 βελέσσι (5), 5,1 ακλουθώ(6), 6,17 ανανοήθηκα (7), 8,5 προσώπατα.

Εκ του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» προσθέταμε τους τύπους: κουρταλώ(8), μάνητα (9), περιορίζομαι(10), χρεία(11).

Οι τύποι γιαμά, αρρωστία, σιδερωστία κ.λπ. άγνωστοι στα άλλα Επτάνησα και γνωστοί μόνο στη Ζάκυνθο είναι φανερό ότι φτάσανε μαζί με το πλήθος των Μανιατών, οι οποίοι από τον 16ο αιώνα άρχισαν να κινούνται ομαδικώς προς το νησί.

Πολλές δεκάδες είναι τα μέλη της πατριάς των Νικλιάνων, τα οποία, καθώς πληροφορούμεθα από τα έγγραφα, άρχισαν από τον 16ο αιώνα να εγκαθίστανται στη Ζάκυνθο. Αδιάψευστοι μάρτυρες τα έγγραφα του Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου μας πληροφορούν για το πλήθος των Μανιατών που εγκατεστάθηκαν.

Εκτός των Νίκλων στα έγγραφα αυτά αναφέρονται και τα ονόματα των Μανιατών Γερακάρης, Γουλάκος, Γουνελλάς, Κοντόσταυλος, Κουκουλομμάτης, Κουρούμαλλος, Κουτούφαρης, Μαυρομιχάλης, Ραγγαβάς, Ρουσέας, Μεσσαλάς κ.ά.

Αναφορά του Διοικητού της Ζακύνθου Marco Basadonna Revorsi σταλείσα στις 6 Μαρτίου 1546, μας πληροφορεί για το πλήθος των εγκατασταθέντων στη Ζάκυνθο Μανιατών. Στην αναφορά αυτή διαβάζαμε:

«Δεν θα παραλείφω να καταστήσω ευσεβάστως γνωστόν εις την Υμετέραν εξοχότητα ότι ηυξήθη πολύ ο αριθμός των ξένων εις την πόλιν Σας και τα περίχωρα αυτής ιδιαιτέρως δε των Κορωναίων και Μανιατών. Ούτοι, συμπράττοντες κατά τας εκλογάς, εκλέγουν τους ανθρώπους της προτιμήσεώς των, προκαλούντες ούτω την απότυχίαν πολλών προκρίτων».

Καθώς δείχνουν τα έγγραφα η μετακίνηση των Μανιατών προς τη Ζάκυνθο συνεχίζεται και η επικοινωνία τους με τη Μάνη δεν διακόπτεται.

Ο Σολωμός μέχρι τα δέκα του χρόνια μένει με τη μάννα του στην εξοχή. Κοντά τους ίσως και ο παππούς του. Η επαφή του Σολωμού με τον παππού του φαίνεται από επιστολή προς τη μάννα του στην οποία γράφει:

«θέλω να μάθω αν ζη ακόμα ο πατέρας σου. Θυμούμαι με τρυφεράδα τον λαμπρόν αυτόν γέροντα».

Γυρίζοντας από τη Ζάκυνθο μένει πάλι με τη μάννα του.(12) Η μάννα του, ο παππούς του και ο κηδεμόνας του Μεσσαλάς, δεν είναι οι μόνοι Μανιάτες με τους οποίους έρχεται σε επαφή ο Σολωμός. Στα κτήματα του Σολωμού θα βρίσκανε εργασία φτωχοί Νικλιάνοι συγγενείς της μάννας του και άλλοι Μανιάτες με τους οποίους μιλούσε ο Σολωμός. Μιλώντας μαζί τους ήταν φυσικό έντονη να δεχθεί τη γλωσσική τους επίδραση.

Η παρουσία στη Ζάκυνθο ανθρώπων από την Κρήτη, την Ήπειρο, τη Ρούμελη και πολλών από την Πελοπόννησο (Ηλεία, Μεσσηνία) επηρέασε τη διαμόρφωση του ιδιώματος του νησιού και ευεργετικές είχε επιπτώσεις στην ικανοποίηση των εκφραστικών αναγκών του ποιητού. Από τα ιδιώματα που συνηντήθησαν στη Ζάκυνθο τη μεγαλύτερη επίδραση εδέχθη ο Σολωμός από το ιδίωμα της Μάνης. Αυτό ήταν φυσικό και επόμενο, αφού το ιδίωμα αυτό χρησιμοποιούσε το οικογενειακό του περιβάλλον.

Ερώτημα τίθεται, αν το ιδίωμα της Μάνης μπορούσε να βοηθήσει το Σολωμό. Η σχετική έρευνα οδηγεί σε καταφατική απάντηση.

Στη Μάνη διετηρήθη πλήθος αρχαιοελληνικών λέξεων. Δεν πρέπει επίσης να ξεχάσουμε τη συνεχή επικοινωνία της Μάνης με το Μυστρά των Παλαιολόγων και Κατακουζηνών, με το Μυστρά του Πλήθωνος και των βιβλιογράφων.

Στο κείμενο του Χατζηδάκη, που παραθέσαμε, είδαμε ότι ο αείμνηστος σοφός με έμφαση τονίζει ότι μαζί με την πενία των σημασιών «ηλαττώθη σφόδρα και η μεταφορική χρήσις τούτων». Λίγα κείμενα θα δείξουν τι μπορούσε να προσφέρει το ιδίωμα της Μάνης στη μεταφορική χρήση, στην οποία τόση σημασία αποδίδει ο Χατζηδάκης.

Μία άσχημη κόρη κάνει έναν καλόν γάμον, διότι κατάγεται από πολεμική γενιά. Η όμορφη, αλλά από ταπεινή γενιά φίλη της, ατυχήσασα εις τον γάμον της, λέγει παραπονεμένη:

εγώ ήμου κόκκινη μηλιά
και συ ξερή φραγκοσουκιά
μα συ 'χες τον πατέρα ζου
κ' επήρες κ' εξεγιάλεξες
το κάλλιο Λαγιατόγκονο,
αλλά εμένα τ' αρφανό
η μάννα μου η βρωμοσπορά
με πούλησε 'ς ένα πουγγί,
που είχε τάλλαρα πολλά.

Μανιάτισσα θρηνεί την εξασθένηση της άλλοτε πολεμικής γενιάς της, η οποία δέχεται προσβολές σε ειρηνικές ημέρες και, αν παραστή ανάγκη να εμπλακή και σε πολεμική περιπέτεια, θα εξαφανισθή εντελώς:

ήταν' αστάκυα τη γενιάς
εμένα οι γιαθρώποι μου,
μα τώρα 'γίνησ' απητοί
κι όγοιος μπορεί τους επατεί
κι αν κάμη και νεροσουρμό
θα ντούς επάρη ο ποταμός.

Ένας αχαμνόμενος παραπονείται, διότι δύο οικογένειες σοϊλήδων, οι οποίες επάλαιον, περιφρόνησαν τον συμβιβαστικό του ρόλο. Ένας σοϊλής απαντά εις τα παράπονα του αχαμνόμερου με αυτά τα λόγια:

Όντες ντερφίνια μάχωνται,
φρεγάτες πολεμούσι
τι θέσι οι παλιόβαρκες
στη μέση για να μπούσι;

Αρχηγός ισχυρής πάτριας αποθανών άφησε κορίτσια και ένα αγόρι, το οποίον δεν έδινε σοβαρές ελπίδες ότι θα γίνει άξιος διάδοχός του. Φίλος του νεκρού, αρχίζει το θρήνο με αυτούς τους λόγους:

έπα ήτα χτήμα βορικό
κ' εγίνηκε αμμουδάρα
κ' έβγαλε σέμες και λυγές
κ' ένα ραμάκι φλόμπο.

Ο τελευταίος απόγονος μιας άλλοτε ισχυρότατης πατριός ήτο ένα μικρό αγόρι, το οποίον ησθένησε και απέθανε. Γέρων, ο οποίος εγνώριζε τη δύναμη της πατριάς, αρχίζει το θρήνο με αυτούς τους στίχους:

μικρό κανόνι εκρέπαρε,
μα κάστρο εξαρματώθηκε,

Άκουσε ο Σολωμός μοιρολόγια Μανιάτικα; Έχομε μαρτυρία του ιδίου. Στο Διάλογο γράφει: «ακόμα οι γυναίκες λέγουν τα μοιρολόγια εις τα λείψανα και τα φιλούν».

Και ο Μαρίνος Σιγούρος που τόσο καλά μελέτησε τη Ζάκυνθο γράφει: «Σε όλους είναι γνωστό τ' αυτοσχέδια κρητικά δίστιχα και τα μανιάτικα μοιρολόγια». Διαβάζοντας τα χειρόγραφα του Σολωμού και εξετάζοντας την ελληνομάθειά του πίστεψα ότι ο ποιητής όταν αντιμετώπιζε οξύ πρόβλημα ικανοποιήσεως εκφραστικών αναγκών, δέχτηκε αποφασιστική βοήθεια από τη γλώσσα της μάννας του, η οποία είναι βέβαιο ότι εξεφράζετο με το ιδίωμα της Μάνης.

Την πίστη μου θέλησα να την θέσω υπό την κρίση αρμοδίου και υπευθύνου οργάνου και έτσι κατέληξα στην απόφαση να υποβάλω τις απόψεις μου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ως διδακτορική διατριβή.

Η Σχολή εγνώριζε γλωσσολογικές εργασίες μου δημοσιευμένες στο όργανο της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων και αυτό με ενεθάρρυνε.

Όταν ο κατά τον νόμο εισηγητής καθηγητής της γλωσσολογίας Γ. Κουρμούλης εισηγήθη την έγκρισιν της διατριβής οι νεοελληνιστές αντέδρασαν ισχυριζόμενοι ότι οι διατυπούμενες απόψεις είναι εσφαλμένες.

Οι κλασσικοί φιλόλογοι, γνωστοί ελληνιστές, Βουρβέρης, Κορρές, Τζαννετάτος συνεφώνησαν με τον εισηγητή και η Σχολή βασιζόμενη στην ελληνομάθειά των ενέκρινε τη διατριβή με ψήφους 14 έναντι 4 απορριπτικών. Μετά ένα μήνα με υπέβαλε η Σχολή στην προφορική δοκιμασία, η οποία δοκιμασία παρετάθη πέρα των δύο ωρών. Ο βαθμός άριστα με τον οποίο ενεκρίθη η διατριβή είναι βέβαια συνήθης, ασυνήθης όμως είναι ο αριθμός των καθηγητών που την βαθμολόγησαν με άριστα. Η Σχολή επείσθη ότι το ιδίωμα της Μάνης βοήθησε σημαντικά τη διαμόρφωση του εκφραστικού οργάνου του Σολωμού και δια του έργου του ποιητού στη διαμόρφωση της Νεοελληνικής.

Μετά τη δημοσίευση της διατριβής οι διαφωνήσαντες απέφυγαν κάθε σχόλιο, νέοι όμως φιλόλογοι ενδιαφερόμενοι για την εύνοιαν των διαφωνούντων διετύπωσαν κρίσεις που προκάλεσαν θυμηδία. Νεαρός γνωστός για τις μετά του καθηγητού Τωμαδάκη φιλικές του σχέσεις κρίνων την διατριβήν από το ύψος της σοφίας του την απεκάλεσε - έργον ήσσονος προσπαθείας -. Άλλος παρετήρησε σολοικισμό στον τίτλο, χωρίς να σκεφθεί ότι, αν πράγματι υπήρχε η Σχολή ήταν υποχρεωμένη να προβεί στην αναγκαία διόρθωση, πριν εγκρίνει τη δημοσίευση.

Προσετέθη αργότερα και τρίτος, ο οποίος ανεκάλυψε ότι τους τύπους: γιαμά, ντελέγκου, αρρώστια, σιδεροστία κ.λπ. ο Σολωμός τους άκουσε στη Ζάκυνθο στης οποίας το λεξιλόγιο ανήκουν και δεν προέρχονται από το ιδίωμα της Μάνης. Δεν εγνώριζε βέβαια ότι τύπους καθώς τον γιαμά ελληνομαθέστατοι ερευνητές καθώς ο Ξανθουδίδης και ο Λορετζάτος τους εχαρακτήρισαν ανήκοντας μόνο στη Μάνη και τη Ζάκυνθο. Στη Ζάκυνθο βέβαια δεν τους ξέβρασε η θάλασσα αλλά τους μετέφεραν οι Μανιάτες.

Αντί απαντήσεως στις αφελέστατες παρατηρήσεις παραθέτω βιβλιοκρισία του αειμνήστου Κ. Γεωργούλη, η οποία έμεινε ατελής λόγω του επισυμβάντος θανάτου του και την οποία μου παρέδωσε ο αδελφός του στρατηγός Σ. Γεωργούλης.

«Αναργύρου Γ. Κουτσιλιέοη, Συμβολή εις την γλώσσαν τον Σολωμού. Εναίσιμος επί διδακτορία διατριβή υποβληθείσα εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν τον Πανεπιστημίου Αθηνών. Αθήναι 1967, σ.104.

«Ο Α. Κουτσιλιέρης είναι ήδη λίαν γνωστός εις τους αναγνώστας του Πλάτωνος εκ των εις τας σελίδας του δημοσιευθεισών πραγματειών του.

Εξ αυτών διαπιστούται όχι μόνον η μετά συγκινητικής στοργής αφοσίωσίς του εις την μελέτην του επιζώντος ακόμη διαλεκτικού ιδιώματος της Παραταιναρίου Λακωνικής, ήτις τυγχάνει η ιδιαίτερα του πατρίς, αλλά και η εξαιρετικώς εύστοχος οξυδέρκειά του εις την μελέτην των γλωσσικών φαινομένων ως και η εκ μέρους του πλήρης κατοχή της απαιτουμένης ερευνητικής επιστημονικής μεθόδου. Τας αυτάς αρετάς εμφανίζει και η ανωτέρω σημειωθείσα εναίσιμος διατριβή του η έχουσα ως θέμα την διακρίβωσιν του γλωσσικού ιδιώματος εις το οποίον έγραψεν ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός τα ποιητικά αριστουργήματα. Έθιξεν η ρηθείσα διατριβή εν εξαιρετικού διαφέροντος πρόβλημα επί του οποίον είχον μέχρι τούδε διατυπωθή αντιφατικαί προς αλλήλας και πολλάκις επιστημονικώς ανεξακρίβωτοι αντιλήψεις.

Δια τούτο η πραγματεία τον Α. Κουτσιλιέρη έρχεται να συμπληρώση μετά της δεούσης επιστημονικότητος εν λίαν αισθητόν κενόν το οποίον υπήρχεν εις την Σολωμικήν έρευναν. Δικαιούμεθα να ομιλήσωμεν περί υπάρξεως κενού, διότι ουδενός προσεκτικού και αμερόληπτου παρατηρητού των νεοελληνικών σπουδών την προσοχήν διαφεύγει το ότι ο εθνικός μας ποιητής έχει πολλούς ενθουσιώδεις εγκωμιαστάς πολύ ολίγους όμως ακριβολόγους μελετητάς.

Το πρόβλημα του οποίου η διερεύνησις απησχόλησε την προ οφθαλμών διατριβήν διατυπούται σαφώς εις την σελίδα 15 υπό τον τύπον του ακολούθου διπλού ερωτήματος. α) Ποίαι δυνάμεις ώθησαν τον ιταλομαθή ποιητήν να αναλάβη τον δύσκολον αγώνα της συνθέσεως ποιημάτων εις γλώσσαν, την οποίαν δεν ηδύνατο να χειρισθή; β) Πως κατώρθωσε τελικώς να χειρισθή την γλώσσαν αυτήν και μάλιστα με εκφραστικήν δύναμιν άγνωστον μέχρι τότε; Η απάντησις εις το πρώτον ερώτημα δεν απασχολεί πολύ τον Α. Κουτσιλιέρη, διότι έχει ήδη αποκριθή εις το ερώτημα τούτο ο Πολυλάς. Λίαν ορθώς παραθέτων το σχετικόν απόσπασμα του Πολυλά γράφει ο συγγραφεύς της υπό συζήτησιν διατριβής: «Τα συγκλονιστικά γεγονότα, τα οποία έφεραν τον Ελληνισμόν από του θανάτου εις την ζωήν είχον τόσην επίδρασιν εις τον ευαίσθητον Σολωμόν ώστε εβοήθησαν αυτόν να κατανικήση τας ανυπέρβλητους δυσκολίας και να γίνη ο μεγάλος ποιητής του καιρού και του γένους του» σ.15-16.

Μετά της αυτής όμως ευχέρειας δεν ήτο δυνατόν να δοθή απάντησις και εις το δεύτερον ερώτημα, διότι επ' αυτού οι διάφοροι μελετηταί διαφόρους είχον διατυπώσει γνώμας. Ο Ν. Βέης είχε δυσχεράνει εις μέγα βαθμόν την λύσιν του προβλήματος, διότι είχε παραδεχθή ότι η μητρική γλώσσα του Σολωμού ήτο η ιταλική. Αν τούτο ήτο αληθές θα έμενεν ανεξήγητον θαύμα».

Έγινε νομίζαμε, αντιληπτό ότι στη Μάνη δεν διετηρήθη μόνο το πολεμικό πνεύμα του Έθνους, αλλά σημαντική υπηρεσία προσέφερε στον αναγεννηθέντα Ελληνισμό ο δια μέσου των αιώνων διατηρηθείς στη Μάνη γλωσσικός πλούτος.

Παραπομπές
1. Απομνημονεύματα, Έκδοση Γ. Βαλέτα σ. 102
2. Blanken, Les Crecs de Cargese, p. 236.
3. Περί της χρήσεως του τύπου στη Μάνη πρβλ. Πασαγιάννην, Μανιάτικα Μοιρολόγια και Τραγούδια, Αθήναι 1925, σ. 98: «τ' είναι κακούργος φανερός/τα έργατά του είναι κακά».
4. Στα Μανιάτικα της Κορσικής λέγεται καθίγλα, Blanken, σ. 224.
5. Πασαγιάννης, σ. 124: «Δύο βελέσια ν' έταξα».
6. Blanken σ.209: «αγλουθώ».
7. Πασαγιάννης, σ.111: «Κειδά ανανοήθηκα».
8. Πασαγιάννης, σ. 160: «Την πόρτα νεκουρτάλησε».
9. Η συνήθης και σήμερα στη Μάνη λέξη μάνητα=μανία, θυμός, μαρτυρείται στη Ζάκυνθο από του 1628. Εις το Ρεμπελιό των Ποπολάρων, Έκδοσις Σάθα, Αθήναι 1962, σ.36, λέγεται: «τον άλλον τον αποπήραν με μάνητα».
10. Το ρήμα λέγεται στη Μάνη με την σημασίαν: γίνομαι έξαλλος, παραφέρομαι. Την ίδια ακριβώς σημασίαν έχει το ρήμα και στον Σολωμό.
11. Πασαγιάννης, σ.152: «λέει πως δεν τόχει χρεία». Εις Μάνην η λ. σε χρήση από του 1665. Βλ. Blanken, σ.305 και 307.
12. Ν.Τωμαδάκη, Φιλολογικά VI Βλέπε και Μ. Σιγούρον, Δ. Σολωμού Άπαντα σ. 74 «Στα πρώτα χρόνια του γυρισμού του στη Ζάκυνθο έμεινε ο ποιητής μαζί με τη μητέρα του».