Ιστορία της Τεγέας

Η σημαντικότερη πόλη της Αρκαδίας πριν από την ίδρυση της Μεγαλόπολης, ήταν η Τεγέα στο δρόμο που από την Τρίπολη οδηγεί στη Σπάρτη. Στην αρχαιότητα κατείχε το νοτιοανατολικό τμήμα της Αρκαδίας που ονομαζόταν Τεγεάτης και αποτελείτο από εννέα δήμους στους ιστορικούς χρόνους. Η ίδρυσή της ανάγεται στην προϊστορική εποχή και αναφέρεται σαν μία από τις χώρες που πήραν μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία και στον πόλεμο της Τροίας. Αρχικά ήταν μία μικρή κωμόπολη, η οποία όμως κατάφερε να επιβληθεί πολιτικά στους γειτονικούς οικισμούς και να τους συσπειρώσει γύρω από τη λατρεία της θεάς Αλέας, η οποία ταυτίστηκε αργότερα με την Αθηνά. Το 469 π.Χ., η Τεγέα αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τη Σπάρτη, της οποίας παρέμεινε πιστός σύμμαχος. Οι Τεγεάτες πολέμησαν στο πλευρό των Σπαρτιατών κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο, τους εγκατέλειψαν όμως μετά τη μάχη στα Λεύκτρα για να συμμαχήσουν το 235 π.Χ. με τους Θηβαίους και στη συνέχεια να προσχωρήσουν το 222 π.Χ. στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Η Τεγέα συμμετείχε στους περσικούς πολέμους και οι Τεγεάτες πολέμησαν γενναία κατά των Περσών στις Θερμοπύλες και τις Πλαταιές.

Η Τεγέα, έξω από το μύθο και το όνειρο, χωρίς την περιπλάνηση και το ταξίδι του αγνώστου, με την ιστορία της από χιλιάδες χρόνια, με τον ηρωικό λαό της, με τους αγώνες της, με τις λυτρωτικές ώρες, στάθηκε μια παρουσία μέσα στο χρόνο, ένας λόγος και μια μαρτυρία, μια γη πολιτισμένη με ιδρώτα, αγάπη και γνώση. Η Τεγέα που λεγόταν Αφειδάντιος Κλήρος, είχε τους δήμους των Κορυθέων, Γαρεατών, Φυλακέων, Καρυατών, Οιατών, Βωταχιδών, Μανθυρέων, Εχενιδών, Αφειδάντιων και τις φυλές Ιποθίτιδα, Καριώτιδα, Απολονιάτιδα, Αθηναιάτιδα ή Αθηναία, ήταν σημαντικότατη πόλη της Ελλάδας, με πρωτεύουσα το Πιαλί (Αλέα) και Ακρόπολή της τη Φύλακρη.

Οι κάτοικοί της έφταναν κατά τον Ε' π.χ. αιώνα τις 40.000 περίπου, είχε μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, Γυμνάσιο, μαρμάρινο θέατρο, Στάδιο, Βουλή με τριακόσιους βουλευτές, δικά της νομίσματα, ποιητές όπως τον Κλονά και την Ανύτη, το θηλυκό Όμηρο, τον ιστορικό Αρίανθο, τον τραγικό Αρίσταρχο, τους νομοθέτες Αντισθένη και Κρίσο, τον Τυρωνίδα και Πυρρία, τους ήρωες Αγκάιο, Έποχο, την Αταλάντη, τον Έχεμο τον Αγαπήνορα και με τη δική της ζωή, υπήρξε δημιουργικά κάτω από το δικό της ήλιο, μέσα στο πολύθεο Αρκαδικό χώρο. Τους Τεγεάτες τους ένωνε η κοινή λατρεία της θεάς Αλέας στην αρχή, που αργότερα προστέθηκε και της Αθηνάς. Ο ναός της Αλέας Αθηνάς ήταν ένας από τους τρεις περίφημους ναούς της Πελοποννήσου, ο ωραιότερος από δύο άλλους του Δία στην Ολυμπία και του Επικούρεια Απόλλωνα στις Βάσσες.

Όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ελλάδα, η Τεγέα ακολούθησε την τύχη των άλλων ελληνικών πόλεων. Το 31 π.Χ ο Αύγουστος θέλησε να τιμωρήσει τους Τεγεάτες για την βοήθεια που προσέφεραν στον αντίπαλο του Αντώνιο και αφαίρεσε από το ναό της Αλέας το άγαλμα της θεάς Αθηνάς από ελεφαντοστό μαζί με τα δόντια του Καλυδώνιου κάπρου και, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, βρίσκονταν στη Ρώμη στην αγορά που είχε φτιάξει ο Αύγουστος. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, η περιοχή καταστράφηκε από τους Γότθους το 395 μ.Χ.

Από τον 7ο μ.Χ. αιώνα η Τεγέα παρήκμασε. Από το 10ο αιώνα μ.Χ. η περιοχή της Τεγέας απαντάται ως Αμύκλιον, που στον 12ο αιώνα παραφράζεται σε Νύκλι και εξελίσσεται σε ισχυρή πόλη, ιδιαίτερα κατά τους χρόνους της φραγκοκρατίας , οπότε και αποτέλεσε μία από τις βαρονίες. Το 1296 πέρασε στην εξουσία του δεσπότη του Μυστρά Ανδρόνικου Παλαιολόγου, που την κατέστρεψε, επειδή, κτισμένη καθώς ήταν στην πεδιάδα χρειαζόταν πολυάριθμη φρουρά για να την προστατεύει. Πολλοί από τους κατοίκους του Νυκλίου με την άλωση από τους Φράγκους το 1209 - είτε κατ’ άλλους μετά την καταστροφή το 1296- κατέφυγαν στη Μάνη και εκεί αποτέλεσαν τις ισχυρές οικογένειες των “Νυκλιάνων“ ή “Μεγαλογεννητών”, που επιβλήθηκαν στους ντόπιους.

Στην περιοχή Αλέα της Τεγέας μπορεί να επισκεφθεί κανείς τα ερείπια του ναού της Αθηνάς, που ήταν από τους λαμπρότερους της Πελοποννήσου. Ο ναός ήταν κτισμένος στο νοτιοδυτικό άκρο του οχυρωτικού περιβόλου της αρχαίας πόλης. Από τις ανασκαφές έγινε φανερό πως στη θέση αυτή υπήρχε ιερό και λατρεία θεάς από τα μυκηναϊκά χρόνια. Τα ερείπια που σώζονται ανήκουν στο νεότερο δωρικό περίπτερο (4x14) ναό, έργο του Παριανού Σκόπα, που κατασκευάστηκε είτε στα 370 π.Χ. είτε, κατ’ άλλους ερευνητές , στο β’ μισό του 4ου αι., από ντόπιο μάρμαρο των Δολιανών με πρόδρομο, σηκό και και οπισθόδομο. Ο σηκός εσωτερικά στολιζόταν με κορινθιακούς ημικίονες και στο βάθος του ήταν στημένα το άγαλμα της Αλέας Αθηνάς (στο κέντρο) και τα μαρμάρινα αγάλματα του Ασκληπιού και της κόρης του Υγείας. Εξωτερικά η διακόσμηση είχε θέματα από τους τοπικούς μύθους. 

Η Πάφος ιδρύθηκε από τον Αγαπήνορα, βασιλιά της Τεγέας. Σύμφωνα με την παράδοση ο Αγαπήνωρ, επιστρέφοντας από την Τροία, παρασύρθηκε με τα καράβια του από τις θύελλες και προσάραξε στην Κύπρο όπου έκτισε την Πάφο. Πράγματι, οι κυκλώπειοι τοίχοι, η πλούσια "μυκηναϊκή" κεραμική και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν στην Πάφο επιβεβαιώνουν την έλευση των Αχαιών Ελλήνων γύρω στο 1220 - 1200 π.Χ.

Στο χωριό Αλέα λειτουργεί σήμερα μουσείο, στο οποίο κυρίως περιέχονται γλυπτικά κομμάτια σκοπαδικής τεχνοτροπίας. Κοντά στην αγορά της αρχαίας Τεγέας , με τα ιερά και τα αναθήματα, υπήρχε και θέατρο. Στο κοίλο που κτίστηκε το β’ μισό του 11ου ή στον 12ο αι. η εκκλησία της παλιάς Επισκοπής. Στην Επισκοπή μπορεί κανείς ακόμα να δει υπολείμματα μεσαιωνικών τειχών και τα μωσαϊκά δάπεδα από την παλαιοχριστιανική βασιλική.

Από το site: http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/arcadia-hist/topics/tegeahist.htm