Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

γεβεντισμένη η, λέγεται για γυναίκα άσεμνη.

γελατζία η, παραβίαση συμφωνίας, απάτη.

γέμπουρα τα, τα εισοδήματα, γεώμορα.

γέννημα το, το κριθάρι.

γεράδες, οι, αιτίες προστριβών.

γεροιντιάρης, α, ικο, γερασμένος.

γεροντική η, συμβούλιο συγκροτούμενο από αρσενικά μέλη μιας πατριάς, το οποίο μελετά τα διάφορα προβλήματα των μελών της, τις σχέσεις των με άλλες πατριές και παίρνει σχετικές αποφάσεις υποχρεωτικές για όλα τα μέλη της πατριάς. Οι μετέχοντες έχουν κάποια ωριμότητα.

γιαλέγου, διαλέγω.

γιαλεχτός, η, ο, διαλεκτός

γιαμά, μόριο ισοδυναμεί άλλοτε προς το λοιπόν και άλλοτε προς το ώστε: «τι θέεις γιαμά να δουλεύου εγώ και να κάθεσαι εσύ;», «φεύγομε αύριο βουργά γιαμά δε μαςε προκάνει ο ήλιος».

γιούρου μέντε, βιαίως, δυναστικά.

γκαιρδιακός, κιά, ο, επί αδελφών ο ομοπάτριος και ομομήτριος, επί φίλων ο πιστός. Έτσι λέγεται και ο καρδιοπαθής.

γκαιρδιοκόκκαλο το, η ξιφοειδής απόφυση.

γκουμάχι το, το άσθμα, 2) κρυφό μίσος.

γκουμαχιάρης ο, αυτός που πάσχει από άσθμα, αλλά και ο μνησίκακος.

γκούνει, επί τροφών είναι χορταστική, ογκώνει.

γλυκιάρης, α, ικο, επιληπτικός.

γογγού, γογγύζω μεσν, γογγώ.

γονιάζου, σημαίνει δημιουργία πλησμονής κάποιου είδους κυρίως χρημάτων.

γούδελο το, ανθρωπάριο ανάξιο λόγου.

γουμάρι το, δέμα μεγάλο από ξύλα ή χόρτα ή και ρούχα.

γουμαιριάζου, τοποθετώ τα χόρτα ή ξύλα ή ρούχα, ώστε να φτιάξω γουμάρι και να το φορτώσω σε ζώον ή και να το φορτωθώ, αρχ. γόμος, φορτίον.

γριγκιανιά η, γρατζούνισμα.

γριγκιανού, γρατζουνίζω

γριγκιάουλας ο, αυτός που γριγκιανά, γρατζουνίζει.

γυοργάθι το, δίχτυ πλεγμένο με σχοινί. Το μήκος είναι κάτι περισσότερο του μέτρου και το πλάτος κάτι λιγότερο με δυο ξύλα του αυτού μήκους δεμένα στις δυο άκρες. Με το γυοργάθι μεταφέρουν τα στάχυα (μασκαλουχιές) από τα χωράφια στο αλώνι και τα άχιουρα από το αλώνι στο κατούι (πλοκαιριά). Σε γυοργάθι απλωμένο σε δυο δοκάρια της στέγης του σπιτιού απλώνουν τα καρβέλια για να αερίζονται και να μη μουχλιάζουν. Για το γυοργάθι προσθέτουμε λίγες λέξεις, που δείχνουν, νομίζομε, ποιος γλωσσικός θησαυρός έμεινε ανεκμετάλλευτος. Στο Λεξικό Ησυχίου διαβάζΟμε:
«γύργαθον σκεύος πλεκτόν, εν ω βάλλουσι τον άρτον οι αρτοκόποι» και στη λέξη «σαργάναι δεσμοί, και πλέγματα γυργαθώδη, σχοινίων αγκυράγωγα» και στο υπόμνημα «σχοινίον αγυράτωγα». Η άγνοια εδημιούργησε τους τύπους «αγκυράγωγα» και «αγυράτωγα» αντί αχυραγωγά.
Το μανιάτικο γυοργάθι, το αρχαίο, δηλαδή γύργαθον, θα είχε αποκαταστήσει τους τύπους του Ησυχίου, αλλά το αφήσαμε απαρατήρητο. Στο Αρχείο Τζανετάκη, πριν από λίγα χρόνια, εχαρακτηρίσθη ξένη λέξη δυσνόητη.

γυοργαιθιάζου, τοποθετώ τα στάχυα (μασκαλουχιές) στο γυοργάθι.


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] Ιδίωμα Α ] Ιδίωμα Β ] [ Ιδίωμα Γ ] Ιδίωμα Δ - Ι ] Ιδίωμα Κ ] Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] Ιδίωμα Π - Ρ ] Ιδίωμα Σ - Τ ] Ιδίωμα Υ - Ω ]