Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Μανιάτικο Ηθογραφικό Αφήγημα

Ο κατάδικος του Σιγκ – Σιγκ

Του καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Απόστολου Δασκαλάκη, που δημοσιεύτηκε στη διμηνιαία επιθεώρηση του Συνδέσμου Λακεδαιμονίων Αττικής «ΛΑΚΩΝΙΚΑ», Έτος Ε’, Τ.30 Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1968.

Β' μέρος

Όταν μια μέρα υστέρα από τριανταπέντε χρόνια φυλακή στο Σίγκ - Σίγκ με κάλεσε ο Διευθυντής και μου ανήγγειλε πως μου δόθηκε χάρι με πρότασί του και πως από ‘κείνη την ώρα ήμουν ελεύθερος. Μου 'πε πως είχα στο λογαριασμό μου έξη χιλιάδες δολλάρια από την εργασία μου των τριανταπέντε χρόνων, ο σύλλογος για προστασία των αποφυλακισμένων μου χάριζε άλλα πεντακόσια και δυο φορεσιές.

- Και τώρα τι θα κάνης, Τζώνη με ρώτησε χαϊδευτικά ο διευθυντής. θέλεις να σου βρούμε καμμιά δουλειά στο Σικάγο;

- Α όχι στο Σικάγο, κύριε διευθυντή, του απάντησα. Δε θέλω να ξαναδή το μάτι μου το Σικάγο, προτιμώ να μείνω εδώ μέσα!

- Εδώ βέβαια δεν μπορείς να μείνης, Τζώνη, αφού είσαι ελεύθερος. Μα θα σε συμβούλευα να πας στη Νέα Υόρκη, να βρής τον πατριώτη σου διευθυντή της «Ατλαντίδος» που σου 'στελνε τις εφημερίδες και τόσο έδειξε ενδιαφέρον για σένα. Αυτός κάπου θα σου βρη δουλειά, κάπου θα σε ταχτοποίηση. Μα να μου γραφής πάντα κι’ εγώ θα κάνω πάντα ότι μπορώ για σένα.

Έτσι αποχαιρέτησα με δάκρυα τον διευθυντή και τους φύλακες του Σίγκ - Σίγκ κι' έφυγα με καϋμό σα να 'φηνα το σπίτι μου. Μπήκα εκεί μέσα δεκαεφτά χρονών κι' έφυγα πενηνταδύο!

- Τώρα θέλεις, Τζώνη να μείνης μαζί μας; του είπε ο Βλαστός. θα πιάσης δουλειά στην «Ατλαντίδα» για να μη σπαταλήσης το κεφάλαιό σου. Θα σε βάλωμε νυχτοφύλακα...

Ο παλιός κατάδικος κατέβασε το κεφάλι του, σκέφτηκε λίγο κι’ ύστερα φάνηκε να πήρε μιαν απόφασι.

- Όχι, κύριε διευθυντή. Την Αμερική δεν την ξέρω ούτε θέλω να τη γνωρίσω. Αν μείνω στην Αμερική, θα ξαναγυρίσω στις φυλακές του Σίγκ - Σίγκ που πέρασα τριανταπέντε χρόνια της ζωής μου. Η Αμερική δεν μου λέει τίποτε, έξω από τη φυλακή είμαι σα χαμένος άνθρωπος.

- Τότε, Τζώνη, του είπα εγώ, δεν πας στην πατρίδα μας, τη Μάνη; Εκεί είναι ο κόσμος που τον έζησες παιδί. Σίγουρα θα ξαναζήσης μέσα σου όταν βρεθής εκεί. Τζώνη, πήγαινε στη Λάγεια να ζήσης στο πατρικό σου σπίτι. Με το κεφάλαιό σου θα το φτιάξης, Θ' αγορασης και χτήματα, Θα 'χης τις ελιές σου, τις συκιές και τις φραγκοσυκιές, τα χωράφια σου με τα γεννήματα και τα λούπινα, θα ζήσης σαν καλός νοικοκύρης, όλοι θα σ' αγαπούν και θα σε λογαριάζουν. Το έγκλημά σου στην Αμερική που σ'ερριξε τριανταπέντε χρόνια στη φυλακή, στη Μάνη θα ‘ναι ένα συνηθισμένο φονικό για τιμή και υπόληψι· Κανένας δε θα σε κατηγορήση γι' αυτό. Και στο κάτω της γραφής, είσαι ακόμα νέος, μόλις πενηνταδύο χρονών, δεν αποκλείεται να βρής καμμιά συντοπίτισσά σου για σύντροφο της ζωής σου, κι’ αφού είχες βασανισμένα νιάτα να 'χης ευτυχισμένα γεράματα. Τζώνη, θα φύγης αμέσως για την Ελλάδα, θα πας στη Μάνη, στη Λάγεια...

Ο Βλαστός δεν τον άφησε να σκεφτή περισσότερο. Ένας υπάλληλος της «Ατλαντίδος» πήρε την εντολή να βγάλη τα εισιτήρια στο Γιάννη Κουτρουμάκο με το πρώτο παπόρι που θα 'φευγε για την Ελλάδα. Θα του αγόραζε μια βαλίτσα με ρούχα του κι' ένα μπαούλο γεμάτο πράματα νοικοκυριού, θα τον μπαρκάριζε κι’ ο ίδιος, θα φρόντιζε και για τα λεφτά του να πάνε σε μια ελληνική τράπεζα για να σηκώνη από κει κάθε φορά που θα χρειαζόταν. Έμεινε μια βδομάδα ακόμη και περνούσε τις ώρες του κλεισμένος στο τυπογραφείο και βοηθώντας να κυλίσουν στο πιεστήριο τους ρόλους με το χαρτί. Οι εργάτες μαζεύονταν γύρω του κι’ άκουγαν Ιστορίες της φυλακής. Δεν ήθελε να γυρίζη στους δρόμους της Νέας Υόρκης, γιατί ζαλιζόταν. Κι’ όταν ήρθε η ‘μέρα που έφευγε το παπόρι, μας αποχαιρέτισε σαν κλαμένος και σαστισμένος.

Ξαναγύρισα κι’ εγώ υστέρα από λίγο στην Ελλάδα κι είχα μισοξεχάσει αυτή την ιστορία. Ύστερα από δυο χρόνια ήρθε ο Βλαστός στην Αθήνα για να κάνη καλοκαίρι στην Ελλάδα. Αποφασίσαμε μια εκδρομή στη Σπάρτη και στο Μυστρά, υστέρα πήγαμε στο Γύθειο.

- Είναι, με ρώτησε, πολύ μακρυά από δω η Λάγεια;

- Η Λάγεια; Και πώς σου ‘ρθε στο νου η Λάγεια; Είναι ένα μεγάλο χωριό μέσα στα κορφοβούνια. Πρέπει να πάη κανείς στην Τσίμοβα με τ' αυτοκίνητο κι' από κει δύο, τρεις ώρες δρόμο με μουλάρι. Και γιατί θυμήθηκες τη Λάγεια... για εκδρομή;

- Ξέχασες πως εκεί στείλαμε τον κατάδικο των φυλακών του Σίγκ - Σίγκ. Θα 'θελα πολύ να τον έβλεπα, να μάθαινα πως τα περνά, αν ξέχασε τη φυλακή και αν ξαναγύρισε στη Μανιάτικη ζωή. Τι λες, πάμε;

Ξεκινήσαμε πρωί-πρωί και τα’ απομεσήμερο βρεθήκαμε στη Λάγεια με τους περήφανους πύργους καρφωμένους σ' ένα πανήψυλο βράχο πάνω από ένα άγριο ακρογιάλι. Φτάνοντας στην πλατεία του χωριού, ρωτήσαμε για το σπίτι του Γιάννη του Κουτρουμάκου.

- Δεν έχομε κανένα Γιάννη Κοντρουμάκο εδώ, μας είπε μια γερόντισσα πού ήταν καθισμένη στο σκαλί της αυλόπορτας.

Πήγαμε παρακάτω στο μαγαζάκι τον χωριού που μερικοί γέροι κουτσόπιναν διαβάζοντας εφημερίδα. Ρωτήσαμε πάλι που είναι το σπίτι του Γιάννη Κουτρουμάκου.

- Δεν έχομε δω κανένα μ' αυτό το όνομα, μας είπαν κι' αυτοί. Τώρα κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο με αμηχανία. Μα σε λίγο ένας γέρος πετάχτηκε.

- Στάσου, στάσου, θα λέτε για τον Τζώνη, τον Αμερικάνο, το θανατοποινίτη...

- Μπράβο, παπούλη, γι’ αυτόν λέμε. Που είναι το σπίτι του;

- Αυτός, γιε μου, έμεινε κάνα ‘ξάμηνο στο χωριό μας κι’ ύστερα ξανάφυγε για την Αμερική, ξαναπήγε στις φυλακές!

- Και πως έγινε αυτό;

- Εμείς τον είχαμε ξεγράψει εδώ και τριανταεφτά χρόνια. Όταν έκαμε το φονικό οι εφημερίδες γράψανε πως κατεδικάσθη σε θάνατο, γιατί σκότωσε κάποιον για να τον ληστέψη και να βιάση τη γυναίκα του. Από τότε τον νομίζαμε πεθαμένο. Ο πατέρας του ο μπάρμπα Λίας ο Κουτρουμάκος - καλός άνθρωπος - πέθανε από λύπη και ντροπή, η μάννα του το ίδιο. Το σπίτι του και τα χτήματά τους πουλήθηκαν από κάτι κοντινούς συγγενείς τους που ζούσαν σε γειτονικό χωριό, υστέρα ξεχάστηκαν όλα. Όταν ήρθε από την Αμερική, οι παλιοί που ζούσαμε ακόμη και τον είχαμε γνωρίσει παιδί, δεν πιστεύαμε πως ήτανε αυτός, κι' όσοι νέοι είχαν ακούσει την ιστορία του φώναζαν «μας ήρθε ο Τζώνης ο Αμερικάνος». Έτσι του 'μεινε τα’ όνομα. Μα ο παπάς του χωριού μας, γέρος κι' αυτός που τον είχε βαφτίσει, τον πήρε στο σπίτι του, του ξομολόγησε στην εκκλησία, έμαθε όλη του την αληθινή ιστορία και ήρθε και μας είπε τα καθέκαστα.

Μια Κυριακή τον έφερε στην Εκκλησία και ύστερα από την λειτουργία μίλησε γι' αυτόν μας είπε πως είναι ένας παλιός χωριανός μας καλός άνθρωπος που είχε πάει να δουλέψη στην Αμερική κι’ εκεί έκανε φόνο χωρίς να το θέλη και χωρίς κακό σκοπό κι’ ή μοίρα τον κατέτρεξε και τώρα ξαναγύρισε να ζήση στο χωριό μας, κοντά μας σαν καλός Χριστιανός και να τον αγαπούμε όλοι. Από κείνη την ήμερα ζούσε κοντά μας, ερχόταν στο μαγαζί, μας έλεγε ιστορίες της φυλακής. Όλο έλεγε ν’ αγοράση και σπίτι και χτήματα μα δεν τ’ αποφάσιζε. Σαν πέρασαν ένα-δυο μήνες, άρχισε να στενοχωριέται. Όλα τον ενοχλούσαν. Καθόταν μόνος και σκεφτικός, δεν ήθελε πια ν' ακούση για σπιτικό, όλο και είχε στο νου του στη φυλακή.

Έπιασε κι' έγραψε ένα γράμμα στο διευθυντή της φυλακής, του 'γραψε πως ήθελε να ξαναγυρίση εκεί, πως δεν θα 'χε απαίτησι να του κάμουν καφφενείο, πως θα 'κανε όποια δουλειά ήθελαν εκεί, μόνο να ζη εκεί μέσα, χωρίς να τον αναγκάζουν να βγαίνη στην πόλι. Κι' ύστερα από λίγο καιρό έλαβε γράμμα από τον διευθυντή που του 'λεγε να ξαναγυρίση και πως πήρε την άδεια να του άνοιξη καφενείο μέσα στη φυλακή, όχι για τους φυλακισμένους - γιατί αυτό δεν γίνεται στην Αμερική - μα γι’ αυτόν και το προσωπικό, και λίγες μέρες ύστερα ο Τζώνης ο Αμερικάνος μας έφυγε για την Αμερική, πάει ίσια για τις φυλακές!

Πριν μας φέρουν οι αγωγιάτες τα μουλάρια για να ξαναγυρίσουμε στην Τσίμοβα, γρήγορα πριν νυχτώση, κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο με έκπληξι αμίλητοι και χρειάστηκε να κόψω εγώ τη σιωπή.

- Μη μου πης μόνο σαν ξανάρθω στην Νέα Υόρκη, να πάμε στο Σικάγο και να επισκεφτούμε το Τζώνη στις φυλακές του Σίγκ - Σίγκ. Αν και φαντάζομαι πως το ταξείδι μας για το Σίγκ - Σίγκ θα 'ναι πιο εύκολο από τούτο στη Λάγεια!

Μα ο γέρος που μας διηγήθηκε όλα αυτά σηκώθηκε και μας πλησίασε την ώρα που είμαστε έτοιμοι ν' ανέβωμε στα μουλάρια.

- Ξέχασα να σας πω πως ο καημένος ο Τζώνης άφησε στον παπά τις πέντε χιλιάδες τάλλαρα που περίσσευαν ύστερα από το έξοδο του ταξειδιού. Τις δυο χιλιάδες για να βοηθά τους φτωχούς του χωριού μας και τις άλλες τρεις για να προικίση τα δυο κορίτσια του. Για μόνη χάρι μας ζήτησε να του στέλνουμε ταχτικά ελληνικές εφημερίδες. Μας υποσχέθηκε πως ότι χρήματα κερδίσει με το καφενείο του στη φυλακή, θα μας τ' αφήση με διαθήκη για να χτίσωμε μια νέα εκκλησία στη Λάγεια. Ήταν καλός άνθρωπος ο καϋμένος ο Τζώνης!