Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Ηρώων 1
Παιδιών
Ηρώων 2
Παναγιά Γιάτρισσα
Νικηφόρος Βρεττάκος
Γιάννης Ρίτσος
Μιχάλης Μπατσινίλας
Νίκος Χριστοδουλάκος
Δημοτικά
Πάνος Γουνελάς
Σταύρος  Μπόφος
Μαργαρίτα Καρλαύτη
Προσευχή
Η Μανιάτισσα
Τσάτυρα Α'
Τσάτυρα Β'

Επικοινωνία

1. Μάνη

2. Τα Κάστρα

3. Εκεί Ψηλά

4. Η Μανιάτισσα

5. Μανιάτισσα

6. Γυναίκες Διρού

7. Μανιάτικα Πειραιά

 8. Ο Κολοκοτρώνης

ΜΑΝΗ
(του Πέτρου Σωτηρίου Γουνελά, από το Λιοντάκι)

Μάνη – κορώνα της τιμής της λεβεντιάς στεφάνι
Μάνη – της δόξας φλάμπουρο της λευτεριάς λιμάνι.

Μάνη - της τόλμης φρούριο και της ανδρείας κάστρο
Μάνη – του δίκιου φυλαχτό και της αλήθειας άστρο.

Μάνη – φωλιά των σταυραϊτών των Μαυρομιχαλαίων
Μάνη – κρυψώνα των αητών των Κολοκοτρωναίων.

Μάνη – εσύ εβύζαξες τη λεβεντιά του Έθνους
Μάνη – Εσύ εφύλαξες τη λευτεριά του Γένους.

Μάνη – εσύ ενίκησες Πασάδες και Αγάδες
Μάνη – εσύ λευτέρωσες τους σκλάβους τους ραγιάδες.

Μάνη - την περηφάνια σου Ρηγάδες τη ζηλεύουν
Μάνη - την ομορφάδα σου αηδόνια την παινεύουν!

 

ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΞΑΡΜΑΤΩΘΗΚΑΝ

Τα κάστρα ξαρματώθηκαν τα πήραν οι Πασάδες
οι Έλληνες σκλαβώθηκαν και γίνηκαν ραγιάδες.
Μόν’ ένα Κάστρο του Μωρηά δεν έσκυψε κεφάλι
περήφαν’ αποκρίθηκε στο Τούρκικο φιρμάνι:

«Εγώ Πασά δεν προσκυνώ ούτε τσοχανταραίους
έχω φρουρούς απόρθητους της Μάνης τους γενναίους!»

Σ’ αυτό το Κάστρο του Μωρηά όπου θα λάμπ’ αιώνια,
η λευτεριά ξεπέζεψε για τετρακόσια χρόνια!
Το φλάμπουρό της έστησε στο Φάρο του Ταινάρου
κι αγάλι’ αγάλια έσκαβε τον τάφο του τυράννου!

Εκεί στης Μάνης τις κορφές, πώχουν βαφτεί με αίμα,
γεννήθηκε κι αντρειώθηκε το άγιο εικοσιένα!
Εκεί διαβήκαν Φιλικοί – Κλέφτες Καπεταναίοι
στη Μάνη αρματώθηκαν κι οι Κολοκοτρωναίοι!

Εκεί η Επανάσταση πήρε οστά και σάρκα
και τους Ρωμιούς οδήγησε στης Λευτεριάς τη στράτα.
Εκεί πρωτοσηκώθηκε το λάβαρο της Νίκης
και από κει ξεκίνησε της Λευτεριάς το ψίκι. *

Εκεί τον όρκο δώσανε μπαρουτοκαπνισμένοι,
του Ταϋγέτου οι αητοί οι Μαυρομιχαλαίοι.
Στης Μάνης τα αψηλά βουνά, που λάμπει η λιακάδα,
άσβυστ’ αιώνια έμεινε του Γένους η λαμπάδα!

*ψίκι = πομπή, συνοδεία.

 

ΕΚΕΙ ΨΗΛΑ ΘΑ ΛΑΜΠΟΥΝΕ

Περήφανες βουνοκορφές σκύφτε να προσκυνήστε
τώρα περνούν τα λείψανα των Μαυρομιχαλαίων.
Αϊτοί – Πετρίτες τα κρατούν πέρδικες τα χαϊδεύουν
Καπεταναίοι του βουνού σκυφτοί τα συνοδεύουν.

Στου Ταϋγέτου την κορφή ψηλά θα τα ανεβάσουν
και θα τα στήσουν όρθια χωρίς να τα σκεπάσουν.
Κατάκορφα θα στέκονται και θα λαμποκοπάνε
θα βλέπουν τα λημέρια τους και θα χαμογελάνε.

Τη Γκιώνα θα ξανοίγουνε και θα την χαιρετάνε
θα καμαρώνουν το Μωρηά και θα τον τραγουδάνε.
Εκεί ψηλά θα λάμπουνε αιώνια σαν τα άστρα
και θα φωτίζουν στο Ντουνιά της Λευτεριάς τα Κάστρα!

 

Η ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ

Γυναίκα λεβεντόκορμη – μελαχροινή σταράτη,
περήφανη και λυγερή φιλότιμο γεμάτη

Με μάτια π’ αστραποβολούν με χείλη που χορταίνουν,
με φυλλοκάρδια π’ αγαπούν με χέρια που δουλεύουν,

Με περηφάνια, με τιμή, με δόξα ζυμωμένη
κι’ αντάμα με τη λευτεριά λεβεντογεννημένη.

Αυτ’ είναι η Μανιάτισσα που κατοικεί στη Μάνη,
και νίκησε τον Ιμπραήμ με όπλο το δρεπάνι!

 

ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ

Του αφέντη σου πιστή συντρόφισσα, όχι δούλα,
άσβυστος λύχνος με το φως σου τον βοηθάς,
ο άντρας στη μούλα ή στ' άλογο καβάλα
κι’ εσύ πεζή στ' ανήφορο τα χνάρια του ακολουθάς.

Δουλεύτρα ακούραστη στο σπίτι, στα χωράφια,
χόντρο ετοιμάζεις, τηγανίτες, πασπαλά,
λαμποκοπούν κασέλες, λυχνοστάτες, ράφια
κι’ άκους τον άντρα για βεντέτες να μιλά.

Όμως Τούρκων κι’ Αράπηδων αν έρθει ασκέρι,
με πέτρες, δόντια και δρεπάνια πολεμάς
οχτρός κανείς να μην πατήσει τα’ άγια μέρη
και τις αρχαίες σπαρτιάτισσες τιμάς.

Κι’ όταν ο άντρας δωρική σου δίνει αγάπη
λαχτάρα υπέρτατη να του χαρίσεις ένα γυιό
στη φαμελιά του λαμπρό αστέρι για να λάμπει
πύργοι, ελαιώνες να μη μείνουν ρημαδιό.

Κι’ αν φτάσει για γονιούς, δικούς χαμπέρι
μοιρολογίστρα θε ν’ ανοίξεις το χορό
«αδέρφι, αφέντη μου...που πας γλυκό μου αστέρι;»
θα σκούζεις, θα ματώνεις γύρω απ’ το νεκρό.

Λάκαινα, Θεά Δήμητρα κι’ Εστία
του άντρα σου αντιστύλι ατράνταχτο, γερό,
γυναίκα - μήτρα, Ελληνίδα Βαλκυρία,
πιο λεύτερη κι’ απ' τις απελευθερωμένες σε θεωρώ.

Από τη ποιητική συλλογή «ΤΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ» του Βασίλη Μοσκόβη.

 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΔΙΡΟΥ

Aπό τα Μοθωκόρωνα ο Ιμπραήμ πασάς
ρημάζει καίει το Μωριά μ’ αμέτρητα φουσάτα,
μα όσο κι' αν μαύρε δαίμονα, σκοτώνεις και λυσσάς,
ταμπούρια Βέργα και Διρό σου κόβουνε τη στράτα.
Τα γιουρούσια δε θα μπούνε

μες στη Μάνη , κι ας χτυπούνε.

Στον Άγιο Φλώρο βρήκανε εφτά μωρά παιδιά,
καθένα μες στη νάκα του από δέντρα κρεμασμένα
κι οι αραπάδες φώναζαν τις μάνες τους «Μαριά
Θε να σου δώσω το παιδί, αν 'ρθεις κοντά σε μένα».
Μα οι Μανιάτισσες μανάδες
δεν ζυγώνουν τους φονιάδες.

Με πέτρες, ξύλα, δόντια τους, δρεπάνια θερισμού
χτυπούνε, σπάζουν καύκαλα των άπιστων μανάδες,
άγγελοι αποκάλυψης δίκαιου κατακλυσμού
χορεύουν τον πυρρίχιο οι αδάμαστες μαινάδες.
Τα κεφάλια είναι κομμένα,
τα μυαλά τους σκορπισμένα.

Λέει η Γερακαράκαινα στο γυιό πούναι νεκρός:
«εγώ πήρα τη θέση σου... παιδάκι μου κοιμήσου»,
κι η Θερασέρη της Χαριάς θρηνει, μα λέει. «εμπρός,
παιδάκι μου θα γδικιωθώ την άδικη θανή σου».
Στις σελίδες του έθνους μόνες,
πέρασαν τις Αμαζόνες.

Κι ' αυτή η ανώνυμη γυναίκα σπαρτιάτισσα
πού 'πεσε μες στη θάλασσα να πνίξει αρβανίτη
για τις καμένες θημωνιές ήταν ηρώϊσσα
και δίκαια από τούς γίγαντες της Βέργας ετιμήθη.
Κι' ηρωΐδων είσαι μήτρα
Μάνη λεβεντογεννήτρα.

Στη Βέργα, στο Διρό, στο Πολυάραβο μαζί
της μαύρης τυραννίας εσυντρίφτηκεν η κλήρα,
- Από γυναίκες νικημένος ο Ιμπραήμ γιατί να ζει;-
Η Μάνη της Ελλάδας όλης βάσταξε τη μοίρα.
Το Μεσολόγγι, το Διρό, το Σούλι
αστέρια στην ουράνια αστράφτουν πύλη.

Από τη ποιητική συλλογή «ΤΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ» του Βασίλη Μοσκόβη.

 

ΤΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

Στις πιο όμορφες της ζήσης μου τις στράτες
μικρό παιδί, στα νιάτα και στα γερατιά,
φίλους μου μπιστικούς είχα Μανιάτες
καρδιά μεγάλη κι’ αετού πούχαν ματιά.

Μαζί τους μέρα νύχτα ήμουν παρέα,
θαρρούσα πως στη Μάνη ότι ζω.
Λες κι ο Ταΰγετος είχε ’ρθεί στον Περαία
κι ανάσα χάριζε στο πόρτο το πεζό.

Με μάθανε τραγούδια, μοιρολόγια,
Πεντάμορφες Μανιατοπούλες, Πασχαλιές
και τις βεντέτες που ρημάζανε τα σόγια,
με τάϊζαν λαλάγγια, σύγκλινα κι ελιές.

Ταμπούρια, Αγιά Σοφιά, Άι Διονύσης
τόποι της Μάνης γνήσιοι, διαλεχτοί
πού τα σοκάκια τους αν θες να σεργιανίσεις
κεράσματα από παντού θε να δεχτείς.

Νιός δασκαλάκος... Ώ τρανή ευτυχία
της Μάνης λεβεντόπαιδα είχα μαθητές.
Με της αγάπης τους με ζώσαν την μαγεία
κι ως τώρα οι πύλες της καρδιάς τους ανοιχτές.

Στη δύση της ζωής μου πιο φτασμένος
στου Πειραιά την Μάνη σεργιανώ.
Με τα παλιά παιδιά μου αγκαλιασμένος,
ιδανική μου Ιθάκη εγώ σε προσκυνώ.

Αυγερινό κι’ αποσπερίτη σ’ αντικρύζω
και σαν στερνή μου προσευχή για σε θα πω.
«Μ’ άσβεστη νοσταλγία σ’ ατενίζω
πιότερο απ’ όλες τις Πατρίδες σ’ αγαπώ!»

Από τη ποιητική συλλογή «ΤΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ» του Βασίλη Μοσκόβη.

 

Ο Κολοκοτρώνης

Αντίκρυ στην Τριπολιτσά
ψηλά στην βουνοτέντα,
κάθεται κει ένας Γραικός
μονάχος στο κοτρόνι..
Κοιτάει πέρα την Τουρκιά
και μόνος εκουβέντα.
Είναι των σκλάβων ο αρχηγός
τον λεν Κολοκοτρώνη.

Βγήκε στην ράχη για να δει
ο "γέρος" τους αγάδες.
Το πως γλεντούν και χαίρονται..
κι ήρθε η στερνή τους ώρα!
Αύριο σαν έρθει η χαραυγή
θα βρει τους τουρκαλάδες
σαν γιδερά να σέρνονται,
θα ξεπαστρέψει η Χώρα.

 του Κώστα Δουρίδα http://durabond.ca/gdouridas