Η ΙΩΑΝΝΑ ΡΟΖΑΚΗ - ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ

Του Γιάννη Ρουμελιώτη

Μέρος δεύτερο

Στις 22 Μάρτη 1821, γύρισε στην Άρνα από τους Γοράνους κι ο Αγάς Σαλήχ Δερβούκο. Και αμέσως κάλεσε στον πύργο του τον Παναγιωτάκη Γιατράκο.

Ορέ Γιατράκο, εμείς θα πάμε προσωρινά στην Τρίπολη. Θα γυρίσουμε όμως πάλι. Γι αυτό θα σου παραδώσουμε τα κλειδιά των σπιτιών μας, και τα κτήματά μας και τα πράγματά μας. Να τα φυλάξετε, χάρισμά σας, Ορέ. Σας μπιστευόμαστε. Σεις όμως οι ραγιάδες θέλετε το χαμό σας. Να πάτε να παραλάβετε και τους πύργους του Ρουμπή στους Γοράνους και στην Κουρτσούνα. Έτσι μου είπε να σου ειπώ.

Την άλλη μέρα, Κυριακή ήταν, 23 Μάρτη 1821, όλα τα Μπαρδουνοχώρια εκκενώθηκαν βιαστικά. Οι Τουρκομπαρδουνιώτες παίρνοντας ό,τι πολυτιμότερο μπορούσαν να μεταφέρουν, ξεκίνησαν για τη Μονεμβάσια και το Μυστρά.

Ήταν καιρός πια να φύγουν και πολύ άργησαν, παρατήρησε η Ιωάννα στον άντρα της. Αφού στη Μάνη κηρύχτηκε η επανάσταση στις 17. Καιρός ήταν να φύγουν.

Ναι, Ιωάννα. Καιρός ήταν, της απάντησε εκείνος. Οι δυσκολίες όμως τώρα αρχίζουν. Κινά με έναν αγώνα χωρίς οργανωμένο στρατό, χωρίς χρήματα, χωρίς όπλα αρκετά και σύγχρονα. Έχουμε όμως την απόφαση να κερδίσουμε τη λευτεριά μας. Το ερώτημα είναι τώρα ποιος θα μπορέσει να χαλιναγωγήσει και να οδηγήσει τους Έλληνες στη νίκη. Μια επανάσταση δεν κερδίζεται μόνο με τον ενθουσιασμό. Χρειάζονται τόσα άλλα, που μας λείπουν. Για σκέψου: Τα βάνουμε με μια μεγάλη Οθωμανική αυτοκρατορία. Τουλάχιστο θα μας βοηθήσει η Μεγάλη Δύναμη, που μας λένε;

Θα μας βοηθήσει ο Θεός, Παναγιώτη, γιατί έχουμε το δίκιο με το μέρος μας, απάντησε η γυναίκα του.

Με τέτοιες συζητήσεις και με τέτοια συναισθήματα έζησε η Ιωάννα Γιατράκαινα την προετοιμασία και την κήρυξη της Επανάστασης. Αργότερα, όταν πια ο πόλεμος μεταφέρθηκε στη Μεσσηνία και στην Αρκαδία και σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο, η Γιατράκαινα περιορίζει τη ζωή της στους Πύργους της Αρνός, Κουρτσούνας, Γοράνων, ενώ ο άντρας της σπάνια βρίσκει χρόνο να μείνει με την οικογένειά του. Έτσι η γυναίκα του παρακολουθεί την εξέλιξη της Επανάστασης στα πέντε πρώτα χρόνια είτε από τις προσωπικές αφηγήσεις του άντρα της και των κουνιάδων της, που πηγαινοέρχονταν στους πύργους τους, είτε από γράμματα, που της έστελναν από τα διάφορα μέτωπα. Χαίρεται και ικανοποιείται για τις νίκες των Ελλήνων, μα και δε χάνει το θάρρος της και τον ενθουσιασμό της, όταν μαθαίνει τις αποτυχίες τους.

Στο γιο της, που δεν έχει συμπληρώσει ακόμη τα δεκαπέντε χρόνια, «αμούστακο» παιδί, όπως γράφουν οι ιστοριογράφοι, διηγείται καθημερινά τα κατορθώματα των Ελλήνων, για ν’ ανακτήσουν τη λευτεριά τους. Του μιλάει συχνά για τους αρχαίους Έλληνες, που ήταν πρώτοι στον πολιτισμό και ιδιαίτερα για τα κατορθώματα των αρχαίων Σπαρτιατών. Ο Γιώργης, αυτό ήταν το όνομα του παιδιού, ακούει με προσοχή όλα και μέσα στην παιδική ψυχή του στεριώνεται και μεγαλώνει το όραμα της δημιουργίας μιας ελεύθερης μεγάλης Ελλάδας και εύδοξης, όπως ήταν στα παλιά τα χρόνια. Και αυτό ήταν η πιο μεγάλη ικανοποίηση της Ιωάννας Γιατράκου, όταν διαπίστωνε δηλαδή ότι ανοιγόταν όλο και ευρύτερα ο πνευματικός και ο ψυχικός ορίζοντας του παιδιού της. Τον προετοίμαζε έτσι, ώστε να φανεί αντάξιος του πατέρα του, που είχε πια ανακηρυχθεί «Γενικός Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Λακεδαίμονος». Και μπορεί να ισχυρισθεί κανείς δίκαια πως, ως σύζυγος και ως μητέρα, ήταν αντάξια και της δικής της γενηάς, των Ρόζων, και της γενιάς του άντρα της, των Γιατράκων.

Όμως υπήρχαν και μερικά γεγονότα, τα οποία και την πότισαν πίκρα με ξέχειλα ποτήρια. Το πρώτο ήταν η δολοφονία του Κρεββατά από ανθρώπους του άντρα της και το δεύτερο η κατακράτηση του άντρα της σαν όμηρου στη Μεσσηνία από τον Μπραήμη ύστερα από παρασπονδία. Και τα δύο αυτά έθιξαν καίρια τη μεγάλη ευαισθησία της.

Ίσως ακόμη κάτω από την ευτυχία της αυτή να υπήρχε κάποιο κενό, που οφειλόταν στο ότι δεν της δόθηκε η ευκαιρία, στα πέντε πρώτα χρόνια της Επανάστασης, ν’ αγωνιστεί και η ίδια, προσωπικά. Και αυτό δείχνει το μεγάλο πατριωτισμό, που ένοιωθε να την πλημμυρίζει, αλλά δεν μπορούσε να δώσει μια διέξοδο σ’ αυτόν. Άκουγε με κάποια ζηλοτυπία, πως πολλές γυναίκες της Λακωνίας αγωνίζονταν με το όπλο στις διάφορες μάχες είτε ως απλοί πολεμιστές είτε ως αρχηγοί, όπως ήταν η Σταυριάνα Σάββαινα, η Κωνσταντίνα Ζαχαριά, και ενδόψυχα ξύπναγε η φωνή της γενιάς της: «Εσύ δε θα πολεμήσεις; Έτσι μόνον θ’ αποκτήσεις πληρότητα στη ζωή σου». Δεν το έλεγε βέβαια στον άντρα της. Το σκεβόταν όμως αυτό και ζούσε με την ελπίδα πως θα έλθει και για την ίδια μια τέτοια ιερή στιγμή, να πολεμήσει, δηλαδή, για την πατρίδα. Και η ελπίδα αυτή, η κρυφή μα τόσο ποθητή, έγινε πραγματικότητα με τις επιδρομές του Μπραήμη στη Λακωνία το 1825 και το 1826.

Ήταν Αύγουστος του 1826. Ο Μπραήμης, αφού απέτυχε να εισβάλει στη Μάνη από τη δυτική της πλευρά και νικήθηκε στη Βέργα και στο Διρό, τώρα έχει έλθει στη Λακωνία με σκοπό να παραβιάσει τα σύνορά της Μάνης από την ανατολική πλευρά. Ας δούμε όμως τι γράφουν οι Ιστορικοί σχετικά με την ηρωίδα Ιωάννα Γιατράκου:

«Στην καταστροφική του προσπάθεια κατά των ανωτέρω χωρίων ο Ιμβραήμ εγνώριζε, πως τον Γενικόν Αρχηγόν των Λακεδαιμονίων όπλων Παναγιώτην Γιατράκον, τον κρατούσε αιχμάλωτον μαζί με το γυιο του Πετρόμπεη Γεώργιον Μαυρομιχάλην. Αυτούς τους δύο «σημαντικούς» εκράτησε στο Νεόκαστρο, παρά την συνθήκην, που έκαμε με τους υπερασπιστάς του, πως θ’ αποχωρήσουν με τα όπλα τους ανενόχλητοι, αν του παρέδιδαν το κάστρο. Το κάστρο παραδόθη, αλλά η συνθήκη δεν ετηρήθη.

Ευχαριστημένος λοιπόν από την παρασπονδία του, πίστεψε πως εύκολα θα έπαιρνε τα ανυπεράσπιστα οχυρά. Μα εδώ γελάστηκε. Άρχισε την επίθεση και κατά των δύο οχυρών, Γοράνων και Κουρτσούνας. Αλλά στην Κουρτσούνα έστειλε περισσότερους «ατλίδες», επειδή το μέρος ήτο ομαλώτερο.

Ο πύργος της Κουρτσούνας, που μέσα ήταν κλεισμένη η Γιατράκαινα με το γυιο της το Γιώργη, τον ανεψιό της Ανδρέα και μερικούς στρατιώτες, τους υπεδέχθηκε με ντουφεκιές και κανονιές (είχαν και δύο μικρά κανόνια μέσα) και ανέκοψε την ορμήν του!! Ολόκληρο το ημερόνυχτο κράτησε η πολιορκία. Η μπαρουτοκαπνισμένη καπετάνισσα τα πάντα επιβλέπει και αδείλιαστη κρατεί. Ο τόπος γύρω στρώνεται αράπινα κορμιά, μα κι ο πύργος στέκει ορθός!!

Του κάκου αφρίζει ο Ιμβραήμης στην αντίσταση, που προβάλει η Αρχηγίνα. Με λύσσα φοβερίζει, πως θα ψήσει ζωντανό τον αιχμάλωτο άντρα της, τον Αρχηγό. Στέλνει (έναν Έλληνα οδηγό του) να καλοπιάσει τη Γιατράκαινα και της υπόσχεται πως θα της «καλοφερθή» σαν τους παραδώσει τον πύργο!! Στην αναπάντεχη αυτή πρόταση η Γιατράκαινα πυροβολεί και τον ξαπλώνει κάτω (τον Έλληνα οδηγό). Σκυλιάζει τότε ο Ιμβραήμης και ξαναρίχνεται στον πύργο, τάζει και απειλεί.

Αλλά σε λίγο ντροπιασμένος αναγκάζεται να αποτραβηχτή, γιατί έφτασαν από την Αρνα τα αντραδέλφια της, ο Νικολάκης και ο Μιχάλης και το «φουσάτο» φεύγει.

Ξεμανταλώνει ο Πύργος! Όλοι τους είναι απείραχτοι. Κι η Γιατράκαινα χαρούμενη και καλοκαρδισμένη, στα «Ζήτω» των παλληκαριών, σεμνά τους αποκρίνεται: «Έκαμα ό,τι πρέπει!». (Ηλίας Παπαθανασόπουλος, εφημερίδα «Λακωνία» φύλλο 3280, 19/8/1962).

«Στους δυνατούς πύργους της (Κουρτσούνας) είχε αντισταθή δώδεκα ώρες εναντίον αποσπάσματος στρατού του Ιμβραήμ και το ανάγκασε να οπισθοχωρήσει άπραχτο, η ηρωϊκή σύζυγος του Παναγιώτη Γιατράκου Ιωάννα, το γένος Ροζάκη, αναπληρώσασα τον απουσιάζοντα σύζυγόν της, Γενικό Αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων Λακεδαίμονος και τιμήσασα με την γενναιότητά της και την πατρικήν της οικογένεια, τους Ροζάκηδες, και την οικογένεια του συζύγου της» (Γερ. Δ. Καψάλης. «Η Βαρδούνια και οι Τουρκοβαρδουνιώτες», σελ. 133). «Η σύζυγος του Παναγ. Γιατράκου πολέμησε μετά 45 στρατιωτών εναντίον του Ιμβραήμ από ένα πύργο του χωρίου Κουρτσούνα (Μ. Δρεπανιάς «Ολοκαύτωμα των Βρανταμιτών» 1961, σελ. 23).

Στο σημείο αυτό πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι άμεσα στους παλαιότερους και στους νεότερους Ιστορικούς υπάρχει κάποια σύγχυση για την πολιορκία του πύργου της Κουρτσούνας ως αναφορά τη χρονολογία. Άλλοι αναφέρουν το 1825 και άλλοι το 1826. Μάλλον πρέπει να παραδεχτούμε πως πρόκειται για δύο πολεμικά γεγονότα, που έγιναν στους ίδιους πύργους την πρώτη φορά το Σεπτέμβρη του 1825 και τη δεύτερη τον Αύγουστο του 1826, δηλαδή στις δύο μεγάλες επιδρομές, που έκαμε ο Μπραήμης εναντίον της ανυπόταχτης Λακωνίας. Έχουμε μάλιστα και δύο μαρτυρίες γραπτές, που επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή:

Πρώτον:

«Την εποχή που ο Ιμβραήμ, ερημώνοντας τον τόπο έφτασε στη Λακωνία, εστράφη στις 18-20 Σεπτεμβρίου 1825 κατά των Γοράνων και της Κουρτσούνας, όπου τα οχυρά και οι πύργοι των Γιατρακαίων, για να τα αφανίση, όπως στην ακόλουθη επιστολή του, ο Νικόλαος Γιατράκος, το προβλέπει:

«Προς τον εξοχώτατον Γενικόν Αρχηγόν κ. Θεοδ. Κολοκοτρώνην και γενναιότατον Στρατηγόν Γεωργάκην Γιατράκον.

Τούτη την στιγμήν ήλθεν ο εχθρός πλησίον μας και έρριξεν το ορδί του στο Βασιλοπέρασμα, ήλθε στο Καράσπαη πλησίον μας δύο ώρες. Οι ατλίδες (ιππείς) ήλθον πλησιέστερον, άρχισαν και έκαψαν ό,τι οσπήτιον ήτο μενεμένον (εις) Καράσπαη, Ακόριζα, Κυδωνιά, Αρκασάδεν, Κατζουλέϊκα και λοιπά χωρία.

Πληροφορούμεθα ότι κύριον έχει απόφασιν να μας πολιορκήση Κουρτσούναν, Αρναν και Γοράνους. Εμείς εκάμαμε απόφασιν ν’ αποθάνωμεν όλοι υπέρ πίστεως και πατρίδος…

1825 Σεπτεμβρίου 17 εις τα 7 ώρας της νυκτός.
Μένω με όλον το ανήκον σέβας

Ο αδελφός
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ

(Μανώλης Δρεπανιάς, «Ολοκαύτωμα των Βρονταμιτών», σελ. 68)

Δεύτερον:

Σχετικό είναι και το εξής δημοσίευμα στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ» φύλλο 31, σελ. 2α της 31 Ιανουαρίου 1876, που μας μιλάει για δύο πολεμικές δραστηριότητες της Ιωάννας Γιατράκου:

«Απεβίωσε η Ελένη Γ. Γιατράκου, κόρη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, εν χωρίω τινί παρά τους πρόποδας του Ταϋγέτου. Ενεταφιάσθη δε εν τω οχυρώματι, εν τω οποίω προ ημίσεος σχεδόν αιώνος η πεθερά αυτής Ιωάννα του αρχηγού Π. Γιατράκου επολέμησε δις προς τον Ιμβραήμ».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

                                   


Εφημερίδα Μανιάτικη Αλληλεγγύη ] Η Ελληνική Γλώσσα ] Νέα Συλλόγων και Ομογένειας ] Ο Παπά Γιώργης Θεάκος ] Σπηλιά Ζαχαριά ] Βαρβιτσιώτικα ] Αναστατώσαμε τη Κύπρο ] Εφημερίδες της Λακωνίας ] Καινούργιο Βιβλίο για το Ζαχαριά ] Ιωάννα Ροζάκη - Γιατράκου (Α) ] Βαρβιτσιώτικα ] Εφημερίδες της Λακωνίας ] Τιμήθηκε ο Τύπος της Λακωνίας ] [ Ιωάννα Ροζάκη - Γιατράκου (Β) ] Βαρβιτσιώτικα ]