ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΟΙΤΥΛΟΥ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΝΗ

Μια φωτιά που δεν έγινε γνωστή. Μια ολοκληρωτική καταστροφή που δεν την κατέγραψαν οι κάμερες. Μια έρημη, νεκρή, πλέον, περιοχή που δεν την επισκέφτηκαν ούτε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ούτε ο Πρωθυπουργός ούτε οι αρχηγοί των κομμάτων ούτε ο Αρχιεπίσκοπος ούτε καν οι βουλευτές του νομού.

Πρόκειται για την περιοχή του Δήμου Οιτύλου στη Δυτική Μάνη που περιλαμβάνει πέντε χωριά (Τσικαλιά, Κοτράφι, Συχαλάσματα, Ξερόλακκος και Μουντανίστηκα), η οποία έχει στην κυριολεξία απανθρακωθεί από τη μεγάλη φωτιά της 4ης Ιουλίου. Ο Πολιτιστικός - Εξωραϊστικός Σύλλογος Τσικαλιών Μάνης, με επιστολή που έστειλε στα «ΝΕΑ», επιχειρεί να κάνει γνωστή την τραγική καταστροφή της περιοχής.

«Από τα περίπου 25.000 ελαιόδεντρα που περιέβαλλαν τα πέντε χωριά της πρώην Κοινότητας Τσικαλιών έχουν απομείνει λιγότερα από 250» αναφέρεται στην επιστολή. «Την ίδια τύχη είχαν και τα τελευταία ζώα των χωριών μας, τρία γαϊδουράκια και δεκάδες κοτόπουλα ενώ δεν μπορούμε να υπολογίσουμε τις καταστροφές στην άγρια πανίδα (αλεπούδες, τσακάλια, πέρδικες κ.λπ.). Ακόμα και τα δέντρα που κατά μήκος και επί ένα χιλιόμετρο είχε φυτέψει ο σύλλογός μας κάηκαν».

Ο χειμώνας
Τον κίνδυνο ακόμα μεγαλύτερης καταστροφής τον χειμώνα επισημαίνει η επιστολή: «Το χωριό είναι χτισμένο πάνω σε απόκρημνα υψώματα, τα οποία περιβάλλονται με αναβαθμίδες από ξερολιθιά που συγκρατούν το ελάχιστο χώμα που υπάρχει. Τα βουνά είναι στην κυριολεξία χτισμένα.

Μετά την απογύμνωση του εδάφους από τη φωτιά δεν υπάρχει πια ούτε ένα αγκάθι για να συγκρατήσει το χώμα. Με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ορμητικές στην περιοχή, οι βουνοπλαγιές απειλούνται με κατάρρευση. Μια μοναδική αρχιτεκτονική τοπίου, που διαμορφώθηκε εδώ και πολλούς αιώνες, αποτυπώνοντας στο περιβάλλον την αγωνία και τον αγώνα των προγόνων μας για επιβίωση σε ένα τόσο δύσκολο αλλά ωραίο τόπο, πολύ φοβόμαστε ότι θα γίνει ένας σωρός από πέτρες».

Η εγκατάλειψη
Η δεύτερη παράμετρος που θίγει η επιστολή, εκτός από την περιβαλλοντική καταστροφή, είναι η εγκατάλειψη της περιοχής από τους ανθρώπους. Θα μετατραπεί σε ζώνη γης απόλυτα νεκρής από οποιονδήποτε ζωντανό οργανισμό. «Η καταστροφή που επέφερε η πυρκαγιά οδηγεί και στην πλήρη ερήμωση των χωριών και στην εγκατάλειψή τους από ανθρώπους. Πολύ φοβόμαστε ότι η φωτιά αυτή θα αποτελέσει τη χαριστική βολή για τα πέντε χωριά».

Δεν είναι η πρώτη φορά που καίγεται το χωριό Τσικαλιά. «Το χωριό είχε καεί και το 1981 ενώ ενδιάμεσα είχαν εκδηλωθεί ακόμα τέσσερις τοπικές πυρκαγιές. Ύστερα από 20 χρόνια και ύστερα από μεγάλες προσπάθειες των κατοίκων, τα ελαιόδεντρα σε μεγάλο βαθμό είχαν επανακάμψει, με εξαίρεση εκείνα που είχαν καεί ξανά ενδιάμεσα, για να έρθει η τελευταία πυρκαγιά να τα αποτελειώσει».

Ακόμα και οι ελάχιστοι τουρίστες που περνούσαν εκεί μέρος των διακοπών τους μάζεψαν τα πράγματά τους. Δεν είχαν μόνο να αντιμετωπίσουν την καμένη Γη. Στην περιοχή δεν υπάρχει ρεύμα ούτε νερό ούτε τηλέφωνο. «Έχει περάσει ήδη ένας μήνας από τις πυρκαγιές και οι ζημιές στο ήδη ρημαγμένο από την εγκατάλειψη και κακής ποιότητας δίκτυο της ΔΕΗ δεν έχουν επισκευαστεί. Το αποτέλεσμα είναι πολύωρες και καθημερινές διακοπές στην ηλεκτροδότηση, με επιπτώσεις στην άντληση νερού από τις στέρνες, στη συντήρηση τροφίμων στα ψυγεία και στη λειτουργία του προβληματικού τηλεφωνικού δικτύου του ΟΤΕ. Η Κοινότητα Τσικαλιών ηλεκτροδοτήθηκε το 1983 και από τότε η ΔΕΗ μόνο προβλήματα δημιουργεί. Λόγω της κατάστασης του ηλεκτρικού δικτύου έχουν προκληθεί και δύο πυρκαγιές από κομμένα ηλεκτροφόρα καλώδια».

Οι εστίες
Όσον αφορά την πρόσφατη φωτιά που κατέστρεψε τα πάντα στον δρόμο της, ο σύλλογος αναφέρει ότι «ξεκίνησε σε δύο εστίες 400 μέτρα έξω από τα Τσικαλιά. Το τυχαίο αποκλείεται, γιατί αφενός απείχαν από τον δρόμο περισσότερο από 100 μέτρα και αφετέρου απείχαν και μεταξύ τους. Ο εμπρησμός είναι προφανής.

Οι μόνοι που έχουν κίνητρα για μια τέτοια ενέργεια είναι αυτοί που θέλουν να μετατρέψουν τον τόπο μας σε βοσκοτόπια για τις αγελάδες τους, οι οποίες είναι ελευθέρας βοσκής και λεηλατούν ό,τι βρίσκουν μπροστά τους».

Τα πυροσβεστικά οχήματα καθυστέρησαν. Ακόμα και όταν ήρθαν, τα προβλήματα δεν έλειψαν. «Το κακό δεν θα είχε πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις, αν υπήρχε άμεση αντίδραση από τις πυροσβεστικές δυνάμεις, οι οποίες έφτασαν στον τόπο της πυρκαγιάς δύο ώρες μετά το ξέσπασμά της και παρά την έγκαιρη ειδοποίηση που τους έγινε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις έφτασαν τα δύο οχήματα στο χωριό διαπίστωσαν ότι το ένα δεν έχει νερό ενώ στο άλλο το πλήρωμα εκείνη την ώρα προσπαθούσε να μάθει τον τρόπο λειτουργίας της αντλίας» καταλήγει η επιστολή.

ΤΑ ΝΕΑ (14-08-2000).