Οι Προσηλιακοί της Μάνης

Του Ανάργυρου Γ. Κουτσιλιέρη (Δρ. Φιλοσοφίας – Ιστορικού - Συγγραφέως)

Οι Μεσομανιάτες διακρίνονται σε δύο ενότητες: τους προσηλιακούς και τους αποσκερούς. Καθώς δηλαδή διακρίνει ο Όμηρος τους παλαιούς Αιθίοπες «οι μεν δυσομένου Υπερίονος οι δ' ανιόντος», έτσι και οι Μανιάτες διακρίνονται σ' αυτούς που κατοικούν προς την Ανατολή του ηλίου και σ' αυτούς που κατοικούν προς τη Δύση. Μετά την αποκατάσταση του Ελληνικού Κράτους και τη διαμόρφωση των θεσμών της τοπικής αυτοδιοικήσεως εδημιουργήθησαν οι δύο δήμοι της Ανατολικής Μάνης Λαγίας και Κολοκυνθίου, ο οποίος αργότερα μετονομάσθη σε δήμο Τευθρώνης.

Η μικρή απόσταση των δύο δήμων, τα κοινά ιστιοφόρα, με τα οποία εκινούντο προς το Γύθειο και το Έλος, έφεραν τους κατοίκους σε συνεχή επαφή. Κουμπαριές και συμπεθεριές δημιουργούσαν φιλικούς και συγγενικούς δεσμούς, οι οποίοι δεσμοί οδηγούσαν σε συνεργασίες και κοινή δράση κατά τις δύσκολες φάσεις της πολυτάραχης ζωής των.

Ο άνυδρος και άγονος τόπος τους υποχρέωνε να καταφεύγουν στη Λακεδαίμονα και την Επίδαυρο Λιμηρά αναζητούντες τα αναγκαία αγαθά. Σε ώρες ανάγκης, όταν δηλαδή βλέπανε τα παιδιά τους να κινδυνεύουν από ασιτία, κατέβαιναν στις πλούσιες περιοχές και αφαιρούσαν από τους αγάδες, που ενέμοντο τη Λακωνία, αναγκαία για την αυτοσυντήρηση τους αγαθά.

Αγωνιζόμενοι για να επιβιώσουν και να κρατήσουν ελεύθερη την άγονη χώρα τους ανέπτυξαν δραστηριότητες, που ανησυχούσαν τους Τούρκους, οι οποίοι σε έγγραφα τους αποκαλούν Κακαβούληδες και ζητούν από τους μπέηδες της Μάνης να τους προσέχουν και τους άτακτους να τους στέλνουν στην Τρίπολη.

Η φύση αδίκησε τη χώρα τους αφήνοντάς την χωρίς νερό και χώμα, δηλαδή χωρίς τις πηγές της ζωής. Για τους ανθρώπους αυτούς πιο άστοργη από τη φύση φάνηκε η ιστορία. Ας θυμηθούμε κάποια περιστατικά. Στις 11 Μαρτίου του 1821 ο Πετρόμπεης γράφει στη μαννογενιά του, τους Τζανετάκηδες, ότι δεν πρόκειται να ξεκινήσει για την Καλαμάτα, αν δεν είναι βέβαιος ότι την ίδια ώρα οι Προσηλιακοί Μανιάτες θα ξεκινήσουν για το Μυστρά και τη Μονεμβάσια.

Το γιατί βάνει αυτόν τον όρο φαίνεται από τα γεγονότα που ακολουθήσανε.

Κινούμενοι προς την Επίδαυρο και τη Λακεδαίμονα οι Προσηλιακοί είχαν να αντιμετωπίσουν στα Τρίνησα και στα Μπαρδουνοχώρια τους τρομερούς Τουρκομπαρδουνιώτες. Ο Πετρόμπεης εγνώριζε ότι, αν οι Τουρκομπαρδουνιώτες δεν δεχθούν επίθεση από τους Προσηλιακούς, θα είναι ικανοί να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα. Αν δηλαδή κατόρθωναν να παρεμποδίσουν την κίνηση των Μανιατών προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου καμιά ελπίδα δεν έμενε για διάδοση και πρόοδο της Επαναστάσεως. Οι ιστορικοί του '21 μιλούν συνήθως για το καΐκι του Φραγκιά που έρριχνε κανονιές φορτώνοντας βελανίδι στο λιμάνι του Γυθείου και οι Μπαρδουνιώτες ακούγοντας Φραγκιά πίστεψαν πως φτάσανε οι Φράγκοι στο Γύθειο και φύγανε. Η αλήθεια είναι πως οι Τουρκομπαρδουνιώτες δεν ήσαν από εκείνους που φοβόντουσαν τη σκιά τους. Στείλανε άνθρωπο και μάθανε ποιος ρίχνει τις κανονιές, μάθανε όμως και για το πλήθος των Μανιατών, που είναι συγκεντρωμένοι στο Γύθειο και κατάλαβαν ότι θα δεχθούν επίθεση. Αυτό τους έκανε να ζητήσουν ασφάλεια στο κάστρο της Μονεμβασίας και άλλοι κατέφυγαν στο Μυστρά και κατόπι στην Τρίπολη.

Το θρυλικό κάστρο της Μονεμβασίας δεν ήταν εύκολη λεία και χρειάστηκε όλο το πολεμικό μένος των Προσηλιακών για να καταληφθεί.

Οι δημοτευθρωνήτες Φελουριάνοι, οι Λεκκιάνοι με τον Τσιλιβόπιερρα, οι Δεμεστιχιάνοι συναγωνίζονται με τους Λαγιάτες, τον Γερακάρη Μπουγικλή, που ηγείται των Νικλιάνων της Λάγιας, τους Ρίτσους, εκ των οποίων κάποιος εγκατεστάθη στη Μονεμβάσια και από αυτόν λέγεται ότι προέρχοναι οι Ρίτσοι της Μονεμβασίας. Ο Παπαμιχαλόπουλος που μίλησε με ανθρώπους, οι οποίοι πήρανε μέρος στην πολιορκία της Μονεμβασίας, γράφει στο πολύτιμο βιβλιαράκι του ότι οι Λαγιάτες σε μία σύγκρουση με τους Τούρκους είχαν έξη νεκρούς.

Η κατάληψη του κάστρου της Μονεμβασίας είναι η πρώτη σημαντική επιτυχία της Επαναστάσεως, γιατί η άλωση του θρυλικού Κάστρου προκάλεσε το θαυμασμό της Ευρώπης και ο θαυμασμός αυτός γέννησε τα φιλελληνικά ρεύματα. Τη σημασία του γεγονότος οι ιστορικοί του '21 δεν έκριναν σκόπιμο να την σχολιάσουν.

Σε Βασιλικό Διάταγμα της 21 Νοεμβρίου του 1833 αναφέρεται ως ένας των επισκόπων Μάνης: «Ο Ασίνης μέχρι τούδε Λαγίας Μακάριος». Εκκλησιαστικώς δηλαδή οι περιοχές είναι ενωμένες.

Στα μέσα του περασμένου αιώνα αναστάτωσε τη Μάνη αλλά και τη χώρα ολόκληρη η δράση του Ιεροκήρυκα Παπουλάκου. Στην περιοχή αυτή βρήκε πιστούς οπαδούς και το δήμο Κολοκυνθίου αποκαλούσε Νέα Ιερουσαλήμ.

Παρέστη ανάγκη να κινηθεί ο κρατικός μηχανισμός και να διαθέσει στρατιωτικές δυνάμεις, για να εξουδετερωθεί η κίνηση του Παπουλάκου. Τον Παπουλάκο οι διώκτες του τον χαρακτηρίσανε κοινόν αγύρτη και απατεώνα και με τους χα ρακτηρισμούς αυτούς τον παραδώσανε στις μεταγενέστερες γενεές. Τους Μανιάτες που τον ακολουθήσανε τους αποκαλούσαν αφελείς, απαίδευτους και θύματα του λαοπλάνου.

Κανείς μέχρι σήμερα δε θέλησε να εξετάσει χωρίς προκατάληψη τα κίνητρα των Φιλορθοδόξων που θεωρούσαν τον Παπουλάκο αγωνιστή του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Άγνωστες μένουν μέχρι τώρα η συνεργασία και οι σχέσεις του Παπουλάκου με τους Κολλυβάδες, οι οποίοι δεν ήσαν ούτε απαίδευτοι, ούτε ασεβείς αλλά άνδρες ενάρετοι αφοσιωμένοι στην Ελληνορθόδοξη παράδοση.

Αυτός που θα εξετάσει τη δράση του Παπουλάκου και θα αναζητήσει τα κίνητρα των Μανιατών, που τον βοηθήσανε, πρέπει να λάβει υπόψη του μερικά στοιχεία, τα οποία αγνοήθηκαν.

α) Ο Παπουλάκος είχε άδεια Ιεροκήρυκος από την Ιερά Σύνοδο.

β) Στις περιοχές που εκήρυττε άρχισαν να περιορίζονται τα αδικήματα.

γ) Ήταν εντελώς ανιδιοτελής.

δ) Τις πράξεις της Κυβερνήσεως που προκάλεσαν την οργή του Παπουλάκου και του λαού που τον ακολούθησε.

Γενική δυσφορία προκάλεσε το γεγονός ότι ο βασιλιάς Όθων ανεκηρύχθη αρχηγός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενώ ήταν καθολικός. Η βασίλισσα ήταν προτεστάντισσα. Ο λαός δεν εδέχετο αρχηγό της Ορθοδοξίας άνθρωπο καθολικόν το θρήσκευμα.

Το κήρυγμα και γενικά η δράση του Παπουλάκου δεν θα αξιολογηθεί σωστά, αν δεν συσχετισθεί με τη δράση και τα κίνητρα των Φιλορθοδόξων και μάλιστα των Κολλυβάδων. Πριν καταδικάσει κανείς το λαό, που ακολούθησε τον Παπουλάκο πρέπει να εξετάσει το τι έγιναν οι Έλληνες που ασπάσθηκαν το καθολικό δόγμα.

Τις ώρες που κρινότανε η τύχη της Βασιλεύουσας, ζωσμένης από τα φουσάτα του Πορθητή, έγινε σκέψη να ζητηθεί βοήθεια από τους καθολικούς και ο Νοταράς είπε τη φράση: «προτιμώ να δω φέσι Τούρκου στην Πόλη παρά τιάρα Καθολικού». Για τη φράση αυτή εχαρακτηρίσθη από πολλούς μισαλλόδοξος και στενοκέφαλος.

Αυτοί που τον χαρακτήριζαν έτσι δε θέλησαν να εξετάσουν την τύχη της Μεγάλης Ελλάδος, το τι έγιναν οι Έλληνες της Ιταλίας, της Σικελίας. Ποια τύχη είχαν γενικά οι Έλληνες που έγιναν καθολικοί; Δεν έχασαν απλώς τη γλώσσα τους, αλλά και την ανάμνηση της καταγωγής τους.

Ο απλός λαός της Μάνης διατηρούσε τις παραδόσεις του Βυζαντίου. Ο Μαρμαρωμένος βασιλιάς ήταν ηγεμόνας του και στη Μάνη είχε χτήματα. Από το Μυστρά ξεκίνησε για να γράψει στην πύλη του Ρωμανού δεύτερες Θερμοπύλες.

Οι Μανιάτες κράτησαν απόρθητο το οχυρό τους και, όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, το οχυρό αυτό έγινε το ορμητήριο από το οποίο ξεκίνησαν οι λυτρωτές του γένους. Από το κράτος που εδημιούργησαν δε γνώρισαν παρά την αδιαφορία.

Έπρεπε να γίνουν μεταστάσεις πολιτειών και ανατροπή θεσμών για να γνωρίσει και η Μάνη τον ηλεκτρισμό και το αυτοκίνητο. Αιώνες ζητάει λίγο νεράκι και αυτό το αρνούνται από τη φτωχή Μάνη και τη δίψα της την επότισαν με το όξος της αχαριστίας.

Από την εφημερίδα «ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ», Τ.1, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1999