ΜΑΝΗ: Τα καπούλια του λιονταριού

Του Στρατή Μυριβήλη

Δημοσιεύτηκε στη Διμηνιαία Επιθεώρηση «ΛΑΚΩΝΙΚΑ», του Συνδέσμου των εν Αττική Λακεδαιμονίων, Αθήνα έτος ΚΑ’, Τ. 111, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1983

Η ΜΑΝΗ είναι μια μικρή Ελλάδα άγνωστη για όλους μας, και είναι τόσο Ιδιότυπη, τόσο Εντυπωσιακή και με τόσο έντονο τον ξεχωριστό της χαρακτήρα, που δε μοιάζει με κανέναν άλλον ελληνικόν τόπο.

Για όλα αυτά εξασκούσε πάντα μια παράξενη γοητεία πάνω στο πνεύμα μου, και τώρα που τη γνώρισα από κοντά, πολύ λιγότερο από όσο επιθυμώ και το μελετώ κάποτε να τη γνωρίσω, η γοητεία της κρατά ακόμη περισσότερο δεμένη την ψυχή μου με το τοπίο της το καταπληχτικό, και τον σκληρό, πεισματάρη και γενναίο λαό που την κατοικεί, και περιφέρει τ’ όνομα της σαν προκλητικό τίτλο μέσα σ’ όλη την Ελλάδα κ’ έξω από την Ελλάδα.

Αυτό το δυνατό και απαράμοιαστο φυσιογνωμικό στοιχείο του τόπου, είναι φυσικό να ενθουσιάζει κάθε καλλιτέχνη, που η χαρά του είναι να ανακαλύψει και να ξεχωρίσει ανάμεσα στους απρόσωπους ανθρώπινους τύπους, εκείνους τους άλλους, τους προνομιούχους, που συγκεντρώνουν, δυναμικά, τα γνωρίσματα που είναι διάχυτα, σε μορφές και σε ποσότητες ασύλληπτες, πάνω στις λαϊκές μάζες. Το ίδιο χαίρεται ο καλλιτέχνης να ανακαλύψει ένα τοπίο, μέσα στο οποίο η φύση του προσφέρει συμπυκνωμένες τις συνθετικές της ικανότητες, και όλοι ξέρουμε πως καμιά ανθρώπινη φαντασία δεν μπορεί να φτάσει σε ολοκληρωτική πληρότητα τη φαντασία του Θεού, όσες φορές η δύναμη αυτή βουληθεί να φανερωθεί συγκεντρωτικά σε μερικές μορφές, ψυχοσυνθέσεις και τοπία, κατάλληλα για να συλλάβει ο πεπερασμένος ανθρώπινος νους του καλλιτέχνη.

Η Μάνη, και σαν ελληνικό τοπίο και σαν ποιότητα ανθρώπων, τα προσφέρει αυτά άφθονα στον καλλιτέχνη, και όμως η νεοελληνική τέχνη ακόμα ούτε συνέλαβε, ούτε υποπτεύθηκε ποτές τούτη τη μοναδική Μάνη σαν πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.

Ο τόπος αυτός είναι η αμάλαγη πηγή της νεοελληνικής τραγωδίας, και η νεοελληνική θεατρική τέχνη την αγνοεί. Εκεί παρευρέθηκα στο ανατριχιαστικό μοιρολόι που είναι ο πιο υψηλός κομμός. Είδα αυτή την τρομερή, τη στενή ανταπόκριση των ανθρώπων που ζουν και αγωνίζονται, με τους ανθρώπους που πέθαναν, και όμως από κει κάτου, από τον ασφοδελόν λειμώνα που είναι το βασίλειο των σκιών, κινούν τη μοίρα και τα πάθη των ζωντανών, και κατευθύνουν τις πράξεις και τους στοχασμούς τους με τον αδειάσειστο νόμο της μοίρας και της Νεμέσεως, που κυβερνά την αρχαία τραγωδία.

Άκουσα τις γυναίκες της Μάνης, με κείνα τα αυστηρά πρόσωπα και τα φλογερά μάτια, να κουβεντιάζουν τραγουδιστά με τους νεκρούς, να χτυπούν με τη σκληρή παλάμη τους το χορταριασμένο χώμα των τάφων και να τους καλούν παρακαλεστικά, να τους καλούν προσταχτικά, ν’ ανέβουν από τον Άδη και να τους αποκριθούν στις μεγάλες απορίες της ζωής, όπως ο χορός των Περσών στη σκηνοθεσία του Ροντήρη, και θυμήθηκα με οίκτο τους Αθηναίους δραματογράφους, που επιχείρησαν να γράψουν τραγωδία και ν’ ανεβάσουν χορό γυναικών, χωρίς να πάνε πρώτα να ζήσουν ανάμεσα σ’ αυτόν τον ελληνόκοσμο, που τα στοιχεία της τραγωδίας είναι ακόμα ολοζώντανα στοιχεία της κοινωνικής του ζωής και της καθημερινής του σχέσεως με τη μοίρα και με το θάνατο, με την αγάπη και με το χρέος, και με το μίσος. Με το μίσος το Μανιάτικο, που δε στομώνει παρά μονάχα σαν πέσει ένοπλο το χέρι της Νεμέσεως.

Οι λόγιοι εμείς, ξέρουμε τη Μάνη μονάχα από τη λαογραφική εργασία του Πολίτη και από κάτι χλωμές, αναιμικές περιγραφές, τουριστικού τύπου. Μόνο ο Γιώργος ο Φτέρης μπόρεσε και μας έδωσε μερικές σελίδες άξιες της Μάνης. Κανένας μας δεν ένοιωσε το πάθος της άμεσης επαφής με τον τόπο, που είναι μια συνάντηση βίαιη και τρομαχτική, μια συνάντηση αποκαλυπτική, κατά τον τρόπο που είναι αποκαλυπτική μια ξαφνική αστραπή, που βγαίνει από τη σύγκρουση δύο δυνάμεων αντίρροπων και ισοδύναμων. Κανένας μας δεν την ένοιωσε αυτή τη χαρά της προσταχτικής ανάγκης, γιατί κανένας μας δεν είναι από το μέταλλο, το σκληρό το κοφτερό, από το μέταλλο της Μάνης. Για να πηδήξει η φοβερή σπίθα που γδύνει από το σκοτάδι το αληθινό πρόσωπο της γης και των δυνατών ανθρώπων, χρειάζονται δύο πυριόβολα. Το ατσάλι και η τσακμακόπετρα. Η Μάνη ολάκερη είναι μια αιχμηρή πυρωμένη στουρναρόπετρα. Πούν’ το τ’ ατσάλι που θα την κάνει να βγάλει τις κρυμμένες σπίθες της;

Η λογοτεχνία μας είναι, στο σύνολό της σχεδόν, ακόμα, μαλακιά σαν προζύμι. Το υλικό της είναι αισθητική ψίχα της τούρτας, με πολύ σιρόπι γαλλικό και σκανδιναβικό σκηνικό. Η Μάνη είναι σκληρή και γυμνή. Οι βράχοι της είναι όλο αγκώνες. Δεν υπάρχει εκεί στάλα περίσσιο πάχος. Η γη είναι βασανισμένη. Το πρόσωπό της σε κοιτάζει σοβαρά και φλογερά, σαν το πρόσωπο των ανθρώπων της. Γι’ αυτό και το χαμόγελό της, σαν λάχει και χαμογελάει, είναι τόσο γλυκό, όπως θάναι το πρόσωπο των αγίων, όταν θα θελήσουν να φωτίσουν με χαμόγελο την ασκητική τους θλίψη. Τέτοιο ήταν το χαμόγελο της Μάνης που αντίκρισα σε μιαν ακρογιαλιά στο Γύθειο, όταν γδυθήκαμε σε μιαν αμμουδιά τριανταφυλλιά, μιαν απέραντη αμμουδιά, μπροστά σε μια θάλασσα σμαραγδιά, που μας έδειχνε ένα-ένα όλα τα χρωματιστά βοτσαλάκια, που έγραφαν σ’ ένα χρυσό βυθό τα πιο χαρωπά ψηφιδωτά. και ‘κει που τελειώνει το ρόδινο περιθώριο της αμμουδιάς, μύριζαν οι καρυδιές με τους πράσινους καρπούς και έσταζαν το πικρό τους γάλα οι μεγάλες συκιές. Έτσι γλυκό είναι και το χαμόγελο των μελαχρινών παλικαριών της, γιατί δεν είδα ακόμα καμιά Μανιάτισσα να χαμογελάσει μέσα στο πένθος που σφίγγει το κατάμαυρο πλαίσιο του μαντηλιού το πικραμένο στόμα και τα κατάμαυρα φρύδια των γυναικών του τόπου. Αυτές έχουν ένα χρέος βαρύ. Το χρέος της Παναγίας. Να γεννούν και ν’ ανασταίνουν αγόρια, για να τα στείλουν στη μάχη και στο γδικιωμό. Το μοναδικό τραγούδι της Μάνης είναι το μοιρολόι. Πόσο γλυκά θα πρέπει να χαμογελούν οι κοπέλες της Μάνης, αν λάχει καμιά φορά να χαμογελάσουν...

Σε τούτη την ακρογιαλιά είναι αραγμένη η Κρανάη. Ένα μικροσκοπικό νησί πετρένιο, επίπεδο σαν δίσκος.

Εδώ πέρασε η Ελένη του Μενελάου, η πιο όμορφη και η πιο ερωτική γυναίκα των αιώνων, την πρώτη της μοναχική νυχτιά με τον Πάρι, πριν ξεκινήσει το μοιραίο καράβι τους για την Τροία. Σήμερα η Κρανάη είναι δεμένη με ωραίο κρηπίδωμα στη στεριά. Τα κύματα χορεύουν στη ρηχή ακρογιαλιά της, και μέσα στις ρυθμικές φωνές των νερών νομίζεις πως ακούς το ηρωικό εξάμετρο του Ομηρικού έπους να ξαναλέει τον εξαίσιο θρύλο της γυναικείας ομορφιάς και του μανιάτικου γδικιωμού.

Στο Γύθειο έλαχε να βρεθεί κείνη τη μέρα και ένα από τα υποβρύχια του στόλου μας. Ήρθαν οι τρεις αξιωματικοί του να μου εκδηλώσουν την αγάπη τους, και μου πρόσφεραν μιαν αναπάντεχη, μια μεγάλη χαρά. Το καράβι τους περιπολούσε τις ακρογιαλιές του Μοριά. Με κάλεσαν σε μια ολομερινή διαδρομή. Ήταν μια ευτυχία που δεν την έλπιζα. Ξεκινήσαμε την αυγή, πάνω στα γλυκοχαράματα, και η θάλασσα φορούσε τα πιο γιορτινά γαλάζια της.

- που θέλετε να πάμε; με ρώτησαν. Τους ζήτησα να πλέψουμε ολόγυρα σ’ ολόκληρη τη χερσόνησο της Μάνης. Και κάναμε αυτό το ονειρεμένο ταξίδι, που βάσταξε δώδεκα ώρες. Δώδεκα ευτυχισμένες ώρες της ζωής μου. Η θάλασσα καλόβολη, μας άφησε να τις περάσουμε όλες πάνω στη στενή γέφυρα. Η γέφυρα είναι μια σκάρα σιδερένια, κολλημένη στη ράχη του σκάφους, και το σκάφος είναι ένα σιδερένιο πούρο. Τα κύματα περνούν ανάμεσα από το σκάφος και τη γέφυρα. Οι αξιωματικοί και οι ναύτες των υποβρυχίων είναι όλοι πολύ νέοι. Ο αδιάκοπος κίνδυνος τους έχει χαρίσει ένα παιδιάστικο κέφι, γεμάτο χιούμορ και μοιρολατρεία. Η ανοιχτοκραδιά τους είναι κάτι τόσο θαυμαστό, που μόνον η θάλασσα μπορεί να το καλλιεργήσει. Οι Θεοί της θάλασσας να τους φυλάνε γερούς και δοξασμένους τους φίλους μου του «Πιπίνου». Περάσαμε σύρριζα τις ακρογιαλιές της Μάνης. Της Μάνης της «προσηλιακής» και της Μάνης της «αποσκιαδερής», όπως χωρίζουν οι ντόπιοι την ανατολική και τη δυτική πλευρά της χερσονήσου της.

Αυτή η χερσόνησος δεν είναι παρά η ραχοκοκαλιά και τα πίσω πόδια του πελώριου μαρμαρένιου λιονταριού που κράζεται Ταΰγετος. Το καταπληχτικό πρόσωπο αυτού του μνημειακού βουνού προσπάθησα να το περιγράψω όπως το αντίκρυσα από τη Σπάρτη. Εδώ είναι τα φοβερά καπούλια και η δυνατή ουρά του βασιλιά των ελληνικών βουνών. Το μνημείο εδώ είναι ριζωμένο στη θάλασσα. «Όποιος δεν τόδε αυτό το θέαμα των ακτών της Μάνης, δεν γίνεται να το φανταστεί. Τόσο άγριο, τόσο σκληρό θέαμα, σπάνια μπορεί να το δώσει η φύση. Εδώ ο βράχος του Ταΰγετου κατακρημνίζει τις Ιλιγγιώδεις κάθετες κοψιές του από ύψη εκατό, εκατόν πενήντα μέτρα. Δεν είναι ακρογιαλιά αυτό εδώ. Είναι ένα κάστρο μονόπετρο, που σηκώνεται πάνω σου, πάνω από τα νερά, ίσια προς τον ουρανό, και βυθίζεται πάλι κάθετα μέσα στη θάλασσα, άλλα εκατό και εκατόν πενήντα μέτρα, τα ύφαλα του. Εδώ ο καραβοτσακισμένος ναύτης δεν μπορεί να κολυμπήσει, να φτάσει έως την ξηρά. Κανένα έλεος, θα πεθάνει εκεί, κρατώντας στα χέρια του τη στεριά. Κανένας τρόπος για να σωθεί, κανένα αραξοβόλι, κανένα πρανές. Η φοβερή κάθετος κατακρημνίζεται σε μάκρος πολλών χιλιομέτρων. Το μαρμαρένιο λιοντάρι του Ταΰγετου θα ιδεί ασυγκίνητο τα θύματα της θάλασσας να χτυπιούνται και να ξεσκίζουνται πάνω στα ριζοθέμελά του σαν τους ναύτες του Οδυσσέα. Η στεριά θα τους είναι πιο αλύπητη από το πέλαγος.

Που είναι ο λογοτέχνης, που είναι ο ζωγράφος που θα μας δώσει με τον πεζό λόγο, με το στίχο, με το χρώμα, ετούτο το δέος και τούτη τη θάμαξη που σκεπάζει την ψυχή μπροστά στην ακτή της Μάνης; Που είναι καν ο κινηματογραφικός φακός που θα κάνει τους Έλληνες και τους ξένους να σεργιανίζουν τούτο το απίθανο θέαμα, καθισμένοι αναπαυτικά στις πολυθρόνες μιας κοσμοπλημμυρισμένης αίθουσας;

Όποιος δεν είδε τον Ταΰγετο στη Σπάρτη, δεν μπορεί να καταλάβει το αρσενικό νόημα της αρχαίας Σπάρτης, και όποιος δεν είδε τον Ταΰγετο εδώ που έχτισε τα ριζοθέμελιά του στον άπατο βυθό του πελάγου, δε θα μπορέσει να καταλάβει το νόημα της Μάνης. Οι γκρεμοί αυτοί στέκουνται όρθιοι πάνω από τη θάλασσα. Τη γκρεμίζουν με τον πελώριο ίσκιο τους, και τ’ αγριοπούλια που φωλιάζουν στις τρύπες σπαθίζουν τη σιωπή που σε τρομάζει, γιατί είναι γεμάτη από τεντωμένη δύναμη. Τεράστιες λαβωματιές κοκκινίζουν στη ράχη, στα πλευρά της πέτρας. Μεγάλη η σπάθα του Θεού, έπεσε και τις πελέκησε, και σαν πάρει να γείρει ο ήλιος, το τριανταφυλλί αίμα του βουνού κουρνελίζει και βάφει τα νερά ως τα βάθη.

Είναι μεριές που η θάλασσα έχει σκάψει σπηλιές μέσα στα πλευρά του κάθετου βράχου. Μεγάλες, μυστηριώδεις σπηλιές, όπου χωράει να μπει μια ολάκερη ψαρόβαρκα, και δεν τολμά να προχωρέσει μέσα στην καρδιά του ανήλιου βουνού. Εκεί τα νερά σπιθίζουν χαλκοπράσινα. Χοντρές μπουκιές νερά και λάσπη ξεκολάνε και πέφτουν με παφλασμό από ψηλά, και πάλι η σιωπή γίνεται πιο επίφοβη.

Και πάνω από τούτον τον ατέλειωτο γκρεμό που μορφάζει με χίλιους τρόπους, και παίζει με τα φώτα και με τα χρώματα που λιώνουν στο νερό, είναι η ράχη της Μάνης. Μια γη χρυσοκίτρινη, γυμνή, ασκητική και στεγνή. Δίχως νερά. Δίχως δέντρα. Κάπου-κάπου μια πράσινη πλαγιά. Σταματάς το απελπισμένο μάτι να ξεκουραστεί στην όαση. Όμως από πουθενά δε λείπουν οι πύργοι. Είναι κάστρα αληθινά, που σηκώνονται πάνω στη στεγνή πέτρα σαν συνέχεια του βουνού, σαν ξωτικιά, πετρένια βλάστηση, που τινάζει τους κορμούς και τους άγριους κλώνους της. Είναι καστρόσπιτα οικογενειακά της Μάνης. Αληθινά κάστρα, με τείχη παχειά δυο και τρία μέτρα, όλο μαρμαρόπετρα κι ασβέστη. Με πολεμίστρες που παραμονεύνουν, με μικρά παραθυράκια σιδεροδεμένα που βιγλίζουν. Με καστρόπορτες αρμοσμένες στο βράχο με χυτό μολύβι. Τα βλέπεις να προβάλλουν από παντού, όσο το καράβι προχωρεί, όσο ξετυλίγεται το πανόραμα της παράξενης και θαυμαστής Μάνης.

Κάθε διάσελο, κάθε λόφος, κάθε πλαγιά κ’ ένα κάστρο. Στέκουνται το ένα κατάντικρυ στο άλλο, γεμάτα μοναξιά και σιωπή και παλιές αράχνες σκονισμένες. Τα πιο πολλά είναι έρημα, αφημένα στην τύχη τους σήμερα. Οι δυνατοί αγέρηδες μπαίνουν και βγαίνουν από τις τρύπες και τις καμινάδες. Παραβιάζουν τις καστρόπορτες, τις δέρνουν πάνω στους τοίχους και τρίζουν λυπημένα οι σκουριασμένοι ρεζέδες. Από τις οροφές κρέμουνται οι νυχτερίδες.

Είναι έρημη η γη που φρουρούν τούτα τα πετρένια τέρατα. Μέσα τους ζούσαν ταμπουρωμένες οι Μανιάτικες οικογένειες με τις μεγάλες παραδόσεις, που φτάνουν ως το Μεσαίωνα. Από τις πολεμίστρες αντικρύζονταν. Η μάχη τους ένωνε και η μάχη τους χώριζε. Σαν δεν πολεμούσαν με τους Τούρκους, πολεμούσαν με τους Βενετσάνους. Και σαν δεν πολεμούσαν με τους Βενετσάνους, πολεμούσαν αναμεταξύ τους. Αλύπητα, ανελέητα, σκληρά. Πόσο μίσησαν και πόσο αγάπησαν οι άνθρωποι της φυλής που έζησε μέσα σε τούτα τα αμέτρητα κάστρα. Και οι γυναίκες, οι γυναίκες της Μάνης, γεννούσαν αγόρια. «Ντουφέκες» τα κράζουν οι μάνες τα σερνικά παιδιά!

- Γέννησε η Μάρω!
- Τί έκανε;
- Ντουφέκα!

Και σαν μέστωναν και γίνονταν άντρες, οι μανάδες ζούσαν με το αδιάκοπο χτυποκάρδι, πότε θα τους τα φέρουν σκοτωμένα, για να ξεπροβοδίσουν με άγρια μοιρολόγια τους νεκρούς και για να σπρώξουν οι ίδιες στο «γδικιωμό» τους ζωντανούς.

Αυτό είναι το καταπληκτικό πρόσωπο της Μάνης, που τη βρήκα να αγωνίζεται το μεγάλο της αγώνα ενάντια στον ύπουλο εχθρό που θέλησε να μαγαρίσει τις παραδόσεις της, που θέλησε να της προσβάλει στα ιερά και τα όσια της ψυχής της.

Ωραία, τρομερή, πεισματάρα, αγαπημένη Μάνη!

Σκληρή, πονεμένη Ελλάδα - Μάνη!