Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

Επικοινωνία

Η ΘΥΣΙΑ

του Σπήλιου Πασαγιάννη

Έπεσε αρρώστια στο χωριό, μα η κοπέλα με το μαύρο αρνί, που την ακολουθούσε, στο περβόλι με τις βυσσινιές, στη βρύση με τους Διόσκουρους, η κοπέλα δεν εφόρεσε μαύρη μαντήλα, και δεν άλλαξε την κεντισμένη της ποδιά και δεν επαραστάθηκε στους αρρώστους, μήτε και πήγε τα μυρουδικά στους πεθαμένους ή το μπαμπάκι το κάτασπρο.

Και βγήκε λόγος κι άπλωσε βαρύς στις θύρες, όθε βαρυθλιμένα πρόσωπα δακρύζανε, κι όθε βουβάθηκαν τα στόματα στο κλάμα.

Και η κοπέλα με το μαύρο αρνί, που την ακολούθαε πάντα στη βρύση ή στο περιβόλι, διάβαινε στράτα ή ρούγα χωρίς μαύρη μαντήλα στο κεφάλι και με τη κεντισμένη της ποδιά.

Οι γρηές ελιβανίζανε στα κόκκινα κεραμίδια, ελιβανίζανε κι ετρέμανε θλιβερά σε κάθε θύρα τα κεφάλια τους, σε κάθε σταυροδρόμι κι αναζητούσανε διαβάτες στο σκοτάδι να λιβανιστούνε, και οι γέροι επερπατούσανε ψαχουλευτά στις ρούγες ησκιεροί και προσευκές αλλάζανε, σηκώνοντας ραβδιά κατά τον ουρανό όταν τα παιδιά ηλιοψημένης μιας γενιάς θρεφτάρια, σφουρίζανε ουρλιαστά γύρο από τις φωνές - μα οι κοπέλες παραστέκανε τους άρρωστους στα σπίτια, και αρμέγανε αγελάδες στις αυλές στα κέδρινα κανάτια, και φέρνανε μυρουδικά και κάτασπρο μπαμπάκι για τους πεθαμένους - στα στήθια τα μυρουδικά, στα χείλια το μπαμπάκι.

Μα στο ιερό της εκκλησιάς απόξω κάθεται ο εκατοχρονίτης, χριστιανοί, και λέει για το θανατικό και λέγει για τη μετάνιωση, για λάτρα του θεϊκού, για το λωβό το οπωρικό της αμαρτίας, και σαν είδε την παρθένα με το μαύρο αρνί που την ακολουθούσε στο περιβόλι με τις βυσσινιές, στη βρύση με τους Διόσκουρους, ένα σημάδι εχάραξε στο χώμα και κράζοντάς τη να σημώσει για να της το ειπεί, της το είπε: «ο λόγος βγήκε στο χωριό, βουή τ' ανέμου να γενεί, να πάει στο πισωνήλιο, τ' αρνί να σφάξει απονυχτίς στη ρίζα αγριοσυκιάς - και ξέζωσε την κεντισμένη της ποδιά και στο λαιμό την κρέμασε: Ώρα καλή, παππού! «Κάτω από την αγριοσυκιά κι απονυχτίς εθρηνολόγαε άνθρωπος, και προς το χαραμέρι κάποιες φωνές ακούσαμε:

— Φωνές ήτανε προβάτου, του μαύρου αρνιού της, χριστιανοί; της το είπε ο γέρος με άργητα και πίστεψε και τόκαμε». — Κι αναγυρίζει στο χωριό με μαύρη τη μαντήλα ομπρός στο πρόσωπο ριχτή, και σαν πατήσει στο κατώφλι, του σπιτιού που μέσα κλαίνε λείψανο, οι δακρυσμένοι που τη βλέπουνε διπλοδακρύζουνε, την αγκαλιάζουνε και γέρνουν τα κεφάλια τους στα στήθια της, — μα πως εξέχασε την κεντισμένη την ποδιά την κόκκινη δεμένη στο λαιμό της; — στο λείψανο αναγέρνει και λέει κρυφή μιλιά — ήτανε νιος ο πεθαμένος, χριστιανοί, — κι αναβοούν όλες σε θρήνο, κι όλοι σκύβουν τα κεφάλια καταγής.