Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Η Ιστορία ενός Μανιάτικου Πύργου

του Γεωργίου Θεοδ. Γρηγοράκου

Ο Πύργος των οικογενειών Γρηγοράκου - Σπυριδάκου βρίσκεται στα Συχαλάσματα της Κοινότητας Τσικαλιών Μάνης. Χτίστηκε το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια πριν την Επανάσταση των Ορλώφ (1770) στην Πελοπόννησο, από τους προγόνους των οικογενειών Γρηγοράκου - Σπυριδάκου.

Αρχικά ήταν τρία αδέλφια, τα οποία κατοικούσαν στο χωριό Δημαρίστικα:

• Ο Μίχελος, ο οποίος πήγε στη Λάγια και απόγονοί του είναι οι οικογένειες Γιανόγκωνα, Δεκουλάκου, Μπερδέση, Νικολαράκου κ.λπ. οι ονομαζόμενοι Μιχελιάνοι.

• Ο Νικόλας (ή Τουρκονικόλας), που πήγε στο χωριό Πιόντες και απόγονοί του είναι οι οικογένειες Γεωργοπούλου, Γιαννακοπούλου, Μαυροδάκου, Νικολοπιερέα κ.λπ., οι οποίοι λέγονταν Τουρκονικολιάνοι.

• Ο Γρηγόρης, πατριάρχης των οικογενειών Γρηγοράκου - Σπυριδάκου, πήγε στην Πάνω Χώρα Τσικαλιών και έκτισε μαζί με τους απογόνους του πυργόσπιτο, στον οποίον κατοικούσε, δίπλα στην οικία του Αντωνίου Καλκατζάκου.

Αλλά όμως εδημιουργήθηκαν αντιζηλίες και έχθρες με τις πανοχωρίτικες οικογένειες Καρκατσίλη, Λουκάκου, Μεσίσκλη και Θεοδωρακάκου.

Ύστερα από ένα ατυχές περιστατικό με τους «εχθρούς», που είχε ως συνέπεια την κατάληψη του πυργόσπιτου από αυτούς, ο Γρηγόρης και οι συγγενείς του έφυγαν από την πάνω Χώρα και πήγαν και κατοίκησαν στη σημερινή τοποθεσία Συχαλάσματα Τσικαλιών. Εκεί και με την αμέριστη βοήθεια των συγγενών εκ ΛΑγίας και Πιόντων, έκτισαν τον Πύργο και τα σπίτια πέριξ αυτού.

Αυτά έγιναν την εποχή που ένα εκλεκτό μέλος της οικογενείας, ο Θεόδωρος Θαλάσσης1 (εγγονός του Γρηγόρη) παρασημοφορήθηκε από το Βασιλιά της Ελλάδος Όθωνα για τη δράση του κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως. Ο Θεόδωρος Θαλάσσης ή Δημητρίου ή Χρυσογρηγόρης υπηρέτησε την Πατρίδα ως Εθνοφύλακας στο Γύθειο επί τριακονταετία.

Περί τα 1848 - 1850, οι «εχθροί», συνενοούμενοι με τον Κυβερνητικό Αποσπασματάρχη Λοχαγό Κουτσογιαννόπουλο και εκμεταλλευόμενοι το Διάταγμα του Βασιλιά Όθωνα για καταστροφή των Μανιάτικων Πύργων μέχρι το ύψος των πέριξ αυτών οικιών, κατάφεραν να τον «χαλάσουν» κατά το ήμισυ.

Ωστόσο, κατόπιν συμβιβασμού και με τη βοήθεια των συγγενών εκ Λαγίας και Πιόντων και με τη συμμετοχή της οικογενείας Κατσαφάδου, ξαναέκτισαν τον Πύργο. Μάλιστα, σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, είναι χαραγμένη σε μια πέτρα στο ανατολικό μέρος, κάτωθι της μεγάλης παραθύρας, η χρονολογία ανοικοδόμησης του Πύργου, ήτοι 1852.

Αλλά, όπως γίνεται πάντα, η συμφιλίωση δεν κράτησε πολύ. Οι «εχθροί» προσπάθησαν, τότε, να καταστρέψουν τον Πύργο με κανόνι2, που είχαν στήσει στο Γρηγοριάνικο γύρισμα, στην οικογενειακή Εκκλησία της Παναγίτσας, έξωθι του Νοάνικου αλωνιού, στο σημερινό δρόμο Συχαλασμάτων Πάνω Χώρας. Χρησιμοποιούσαν για ντελάλη τον Παύλο Σαλίχο, ο οποίος, κάθε φορά που έβαζαν φωτιά στο φυτίλι, φώναζε: «Βάρδα κανόνι κουμπάροι Ληγοριάνοι». Η κουμπαριά ήταν γιατί είχε βαφτίσει τον Θεόδωρο Γρηγορίου Γρηγοράκο.

Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού αφίχθησαν ενισχύσεις 40 ανδρών - συγγενών από τη Λάγια και τους Πιόντες. Δεν μπόρεσαν, όμως, να βοηθήσουν ουσιαστικά γιατί οι «εχθροί» ήταν καλά οχυρωμένοι και υπήρχε άμεσος κίνδυνος καταστροφής του Πύργου. Στο συμβούλιο που ακολούθησε αποφασίστηκε και επιτεύχθηκε η συνεννόηση με τον Κυβερνητικό Αποσπασματάρχη Μαντούβαλο ή Κουτήβελο, ο οποίος αφίχθη εις το χωριό Άλικα και, δια σαλπίσματος, έκανε γνωστή την παρουσία του, αναγκάζοντας τους «εισβολείς» να διακόψουν τον βομβαρδισμό και να κρύψουν το κανόνι τους.

Έτσι, σώθηκε ο Πύργος. Ωστόσο, οι τρύπες από τους βομβαρδισμούς φαίνονται ακόμη και σήμερα περί τις 18 - και μερικά βλήματα έχουν μείνει μέσα και φαίνονται. Από τότε ο Πύργος εφυλάσσετο από σκοπούς (βαρδιάτορες) εναλλάξ μαζί με την συγγενική οικογένεια Σπυριδάκου.

Μετά το πέρας του βομβαρδισμού, οι προπάτορες Γρηγοριάνοι εξεμάνησαν και αποφάσισαν να καταλάβουν τον πύργο της «εχθρικής» οικογένειας Θεοδωρακάκου. Έτσι, ένα βράδυ έκαμαν πολιορκία και τα ξημερώματα επίθεση. Αλλά, οι αμυνόμενοι ήταν ταμπουρωμένοι μέσα στον πύργο τους και αντιστέκονταν αποφασιστικά. Τότε ο Δίκαιος Σπυριδάκος προχώρησε και πλησίασε πολύ προσπαθώντας να εισέλθει στον «εχθρικό» πύργο, αλλά εφονεύθη μέσα σε ένα περιβόλι στο βόρειο μέρος του πύργου, το οποίο παραμένει από τότε ακαλλιέργητο, λόγω εθίμου. Επίσης, τραυματίσθηκε από σφαίρα ο Γρηγόριος Δημητρίου ή Δημητράκος.

Μετά το φόνο εξήλθε ο ιερέας Γεώργιος Ζηλάκος φορώντας τα ιερά άμφια και φίλησε το νεκρό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άμεση παύση της «μάχης».

Ύστερα, μεταφέρθηκε το πτώμα στα Συχαλάσματα. Φθάνοντας οι συγγενείς από τη Λάγια, ένας εξ αυτών, ο Μαλανδρής κλώτσησε το άψυχο κουφάρι λέγοντας: «Μας εντρόπιασες».

Ακολούθησε η ταφή του νεκρού σε ένα λάγκουνο δικό του προς το νοτιοανατολικό μέρος από το σπίτι του Δημητρίου (Μήτσου) Γρηγοράκου. όπου μετά την ανακομιδή φύτευσαν μια ελιά, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα. Δεν μεταφέρθηκε ο νεκρός στο Νεκροταφείο εξαιτίας των συνεχιζόμενων εχθροπραξιών.

Προσπάθησαν, τότε, οι Γρηγοριάνοι και οι Σπυριδιάνοι να πάρουν εκδίκηση. Έτσι, ένα βράδυ πήγαν στο σπίτι του Πετράκη Μεσίσκλη. Ο αδελφός του πεθαμένου Γεώργιος Σπυριδάκος πυροβόλησε από την κλειδαρότρυπα, ξεκαρφώνοντας την κλειδαριά και χτύπησε τον Πετράκη Μεσίσκλη στο μέτωπο, δίχως να τον φονεύσει.

Μετά και αυτό το περιστατικό και διαβλέποντας την κλιμάκωση των εχθροπραξιών, οι συγγενείς οικογένειες Γρηγοράκου - Σπυριδάκου αποφάσισαν να προμηθευτούν κανόνι, ώστε να είναι σε θέση να υπερασπιστούν πιο αποτελεσματικά τον Πύργο.

Τότε, ο Γεώργιος Σπυριδάκος ήταν Αστυνομικός (κλητήρας) και υπηρετούσε στη Φρουρά του Ηγεμόνος της Μάνης Τζανήμπεη ή Τζανετάκη (προγόνου του πρώην Πρωθυπουργού Τζανή Τζανετάκη) στην κατοικία του στη νησίδα Κρανάη Γυθείου. Ο πύργος της οικογενείας Τζανετάκη σώζεται μέχρι σήμερα, πρόσφατα δε ανακαινίσθηκε από τον ΕΟΤ και μετατράπηκε σε μουσείο.

Εκμεταλλευόμενος τη θέση του, ο Γεώργιος Σπυριδάκος κατόρθωσε να προμηθευτεί από εκεί ένα κανόνι με τη βάση του και με αρκετά βλήματα. Το κανόνι αυτό μεταφέρθηκε με καΐκι και νύχτα ξεφορτώθηκε στην Άμπελο Λαγίας. Από εκεί 40 άνδρες Γρηγοριάνοι, Σπυριδιάνοι και συγγενείς αυτών από τη Λάγια και τους Πιόντες το έδεσαν με αλυσίδες και σέρνοντας το όλο το βράδυ, έφθασαν τα χαράματα στο Λαγκάδι με τα Φρύγανα, όπου το έκρυψαν σκεπάζοντας το με χαλίκια.

Το επόμενο βράδυ το μετέφεραν στα Συχαλάσματα. Ευτυχώς, δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ, αφού μόλις οι «εχθροί» πληροφορήθηκαν την απόκτηση κανονιού από τους Γρηγοριάνους και τους Σπυριδιάνους, ζήτησαν συμβιβασμό. Κατόπιν τούτου, το άλειψαν με κατράμι, έβαλαν μια ξύλινη τάπα στην κάνη του, έσκαψαν λάκκο στο κατώι του Γεωργίου Σπυριδάκου - δίπλα στον Πύργο - όπου και το έβαλαν σκεπασμένο. Εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Άρα, σε όλες τις εποχές, η ισορροπία δυνάμεων είναι αυτή που σχεδόν πάντα φέρνει την ειρήνη...

1. Το όνομα Θαλάσσης βγήκε ως εξής: Μια μέρα πήγε η έγκυος μητέρα του στην Κυπάρισο για να βγάλει τα σακιά τα λούπινα από τη θάλασσα, όπου τα είχε αφήσει ως συνήθως να ξεπικρίσουν και, τραβώντας τα σακιά από τη θάλασσα, γέννησε. Αμέσως αφαλόκοψε το παιδί, το έβαλε στην ποδιά της και, αφού φόρτωσε τα σακιά με τα λούπινα στα ζώα, γύρισε στα Τσικαλιά.

2. Τότε τα κανόνια τα γέμιζαν με μαύρη μπαρούτι και έβαζαν μια στρογγυλή μπάλα από μαντέμι και στο πίσω μέρος το κανόνι είχε μια οπή στην οποία έβαζαν το φουρνελοφύτιλο. Πολλές φορές το τοποθετούσαν σε μια ξύλινη βάση με ρόδες.

Από την εφημερίδα «ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ», Τ.1, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1999