Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Η Κυρούλα μας - Μέρος Β'

του Απόστολου Δασκαλάκη

Δημοσιεύτηκε στη Διμηνιαία Επιθεώρηση «ΛΑΚΩΝΙΚΑ», του Συνδέσμου των εν Αττική Λακεδαιμονίων, Αθήνα έτος ΣΤ’, Τ. 34 Ιούλιος – Αύγουστος 1969 και Τ.35 Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1969.

«Ήμουνα μικρή κοπέλλα την εποχή που οι Μανιάτες πολεμούσανε μαζί με όλους τους άλλους Έλληνες για τη λευτεριά τους. Οι Μανιάτες νικούσανε τους Τούρκους πολεμώντας τους σ' όλη την Ελλάδα. Μέσα στη Μάνη είχανε μείνει οι γεροντότεροι, τα παιδιά κι’ οι γυναίκες. Μα ο σουλτάνος σαν δε μπορούσε να νικήση τους "Έλληνες έστειλε στο Μωριά το Μπραΐμη με αραπάδες από την Αίγυπτο. Οι "Έλληνες που πολεμούσανε έξη χρόνια τώρα τα τούρκικα φουσάτα κι’ είχανε ξεκάμει μιλλιούνια άπιστους, τώρα δεν μπορούσανε να βαστάξουνε μπρος στα μιλλιούνια τους Αραπάδες του Μπραΐμη που ήτανε καλά γυμνασμένοι από Ευρωπαίους κι’ είχανε κανόνια και ντουφέκια με κολλημένα στις κάννες σπαθιά. Όσοι γλυτώσανε αφήσανε τους κάμπους του Μωριά και ανέβηκαν στα βουνά. Κι’ όλος ο Μωριάς, εκτός από τα ψηλά βουνά, κάνα δυο φρούρια σαν το Παλαμήδι, τ Ανάπλι και την Μάνη, έπεσε στα χέρια του Μπραΐμη. Οι Μανιάτες μαζεύτηκαν όλοι στα σύνορα της Μάνης και πιάσανε όλοι τη γραμμή των βουνών από τη μια θάλασσα στην άλλη, από την Καλαμάτα ως το Μαραθονήσι, γιατί ήξεραν πως η Μάνη ήτανε καρφί στα μάτια του Μπραΐμη. Ταμπουρωθήκανε κοντά στη Βέργα τ’ Αρμυρού από τη μια μεριά και στον Πολυάραβο από την άλλη, γιατί ξέρανε πως από κει μόνο είχε περάσματα που θα δοκίμαζε ο Μπραΐμης να διαβή για να πατήση την Μάνη.

Μέσα στη Μάνη είχανε μείνει οι γεροντότεροι και μερικοί νιοί από κάθε χωριό με το ντουφέκι στα χέρια, έτοιμοι κι’ αυτοί να πολεμήσουνε αν οι Αραπάδες θα σπάζαν τις γραμμές των Μανιατών στα περάσματα της Βέργας και του Πολυάραβου και θα ‘μπαίναν μέσα στη Μάνη. Μα τότε δεν θα πολεμούσανε στους κάμπους και στις πλαγιές που ήτανε χτισμένα τα χωριά τους. Σαν τον παλιό καιρό - οι γεροντότεροι θυμόντουσαν τέτοια ξαφνικά από στεριά και θάλασσα γιουρούσια των Τούρκων για να πάρουνε τη Μάνη, θα χαλούσαν τις γιστέρνες με το νερό και δε θα 'φηναν ούτε ψίχουλο τροφή στα χωριά τους, θα 'παιρναν όσα μπορούσαν πράματα και τροφές στις πλάτες τους κι έτσι άντρες, γυναίκες και παιδιά με τα ντουφέκια τους θ' ανέβαιναν στις απάτητες ψηλές κορφές. Από κει οι άντρες θα 'καναν γιουρούσι με τα καρυοφίλια τους κι' οι γυναίκες, όσες δεν είχανε καρυοφίλια, θα κυλούσανε πέτρες στα κεφάλια των οχτρών.

Ο Μπραΐμης σαν έβλεπε πως δεν μπορούσε να σπάση τις γραμμές των Μανιατών στη Βέργα και τον Πολυάραβο για να μπη μέσα στη Μάνη, έβαλε σε πράξη ένα διαβολικό σχέδιο. Έστειλε καράβια με Αραπάδες σε τρεις μεριές που οι αμμουδιές τον ευκόλυναν να πατήση στεριά. Στο Δηρό, τον Κότρωνα και τις Καμάρες. Τις ξέρετε, παιδιά μου τις Καμάρες, εδώ μπροστά μας που τελειώνει ο κάμπος του Νιοχωριού, εκεί στην αμμουδιά που πάτε τώρα για κολύμπι και βράζομε τα λούπινα. Από τις Καμάρες οι Αραπάδες θα διάβαιναν στον κάμπο και θα 'καναν γιουρούσι στα γύρω του κάμπου χωριά, τον Αγερανό, την Καρυούπολη και στο χωριό μας το Νιοχώρι που 'ναι χτισμένο στις πρώτες ανηφοριές από τον κάμπο για τις πλαγιές του Αη Λιά.

Έφτασαν πρωί με τα χαράματα, λαχανιασμένοι από τον κάμπο Νιοχωρίτες και φώναζαν μ' όλη τους τη δύναμη «Τούρκοι στις Καμάρες! Οι αραπάδες πατήσανε τον κάμπο κι’ έρχονται κατά το Νιοχώρι! Γρήγορα στις κορφές του Αη Λιά». Άντρες, γυναίκες, παιδιά, σηκωθήκαμε και μαζεύαμε γρήγορα - γρήγορα ότι προλαβαίναμε, τα κάναμε μπόγους και τα ρίχναμε στις πλάτες μας. Οι άντρες με τα καρυοφίλια στα χέρια μαζεμένοι στην πλατεία του χωρίου, είχανε κιόλας καταστρώσει τα στρατηγικά τους σχέδια. Γέροι, γυναίκες και μικρά παιδιά, μαζί με μερικούς πολύ νέους που θα κρατούσαν ντουφέκια για να τους προστατεύουν, φορτωμένοι με τα πράματά τους, θ’ ανέβαιναν στην απάτητη κορφή του Άη Λιά, όπου θα 'χαν κρυφές γιστέρνες για νερό από την άλλη μεριά του βουνού. Οι άλλοι που κρατούσαν ντουφέκια, μαζί με τους Καρυοπολίτες, κρυμμένοι στις βελανιδιές, στα πόδια του βουνού, θα χτυπούσαν με γιουρούσι τους Αραπάδες στον Κοκκινόλακκο, εκεί που τέλειωνε ο κάμπος.

Οι Αγερανιώτες και οι Σκουταριώτες που τα χωριά τους είναι χτισμένα επάνω στους ψηλούς βράχους που κλείνουνε από τη μια μεριά κι' από την άλλην την αμμουδιά στις Καμάρες, θα 'στελναν κι' αυτοί τους γέρους και τα γυναικόπαιδα από αλλά μονοπάτια προς τις κορφές των βουνών, ύστερα θα κρύβονταν στα χαμόκλαδα των πλαγιών. Από κει θα 'φηναν τους αραπάδες να διαβούν τον κάμπο και μόλις θα 'κουγαν τις ντουφεκιές από τους Καρυοπολίτες και τους Νιοχωρίτες, σαν θα 'φταναν στον Κοκκινόλακκο, θα 'καναν κι’ αυτοί γιουρούσι για να τους χτυπήσουν από τις πλάτες. Είχανε στείλει κιόλας πεζούς που διασκέλιζαν τις πέτρες των βουνών κι’ έτρεχαν λαχανισμένοι προς το Μαραθωνήσι για να ζητήσουμε βοήθεια. Κι’ αν δεν έφτανε γρήγορα η βοήθεια και δεν μπορούσανε να κρατήσουνε οι λίγοι πολεμιστές στον Κοκκινόλακκο, θ’ ανέβαιναν κι’ αυτοί στις κορυφές του Αη Λια, μ’ αφού πρώτα θα μόλυναν το νερό στις γιστέρνες του Νιοχωριού για να μη βρίσκουνε νερό να πιούνε οι αραπάδες, θα 'βαζαν φωτιά να κάψουνε τα σπίτια κι ότι άλλα πράματα είχαν μείνει μέσα.

»Τρέχαμε που λέτε, παιδιά μου, όλοι προς το βουνό, έτρεχα κι εγώ δίπλα από τη μάννα μου (γιατί ο πατέρας μου κι’ ο αδελφός μου είχάνε μείνει μ' αυτούς που θα ταμπουρώνονταν στον Κοκκινόλακκο) μ' ένα μπογαλάκι πράματα στη ράχη μου. Μα όσο ανεβαίναμε ψηλότερα, τα μονοπάτια χάνονταν, οι βελανιδιές λιγόστευαν, τα’ αγκάθια θέριευαν κι’ οι πέτρες γίνονταν κοφτεροί βράχοι. Μα ‘μεις σκίζαμε τα ρούχα μας περνώντας ανάμεσα από τις αγκάθες και σκαρφαλώναμε στους βράχους λαχανιασμένοι χωρίς ν’ ανασάνουμε μια στιγμή γιατί έπρεπε ν' ανεβούμε το γρηγορώτερο στις κορυφές του Αη Λια, μη μας προλάβουν οι Αραπάδες.

Ανέβαινα κι' εγώ φορτωμένη το μπογαλάκι μου χωρίς αναπνοή και χωρίς βοήθεια κανενός. Ποιος είχε καιρό τέτοιες ώρες να βοηθήση τον άλλονε. Μα για μια στιγμή, αισθάνθηκα ένα χέρι να παίρνη το μπογαλάκι από την πλάτη μου, να το ρίχνη στη δική του. Σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα γύρω μου αναστενάζοντας από ανακούφιση. Είδα ένα αμούστακο παλληκάρι ψηλό μ' ατσαλένια μπράτσα. Ήταν ένα αρχοντόπουλο του χωριού μας, μοναχογιός με πολύ βιός, που περνούσε τ' απόβραδα τραγουδώντας έξω από το σπίτι μας και σαν πήγαινα στην εκκλησία με γλυκοκοίταζε χωρίς ποτέ να μου μιλήση. Μα εγώ είχα πάντα κατεβασμένα τα μάτια γιατί ο πατέρας μου κι' ο αδελφός μου δεν χωράτευαν...

- Ποιος ήτανε, κυρούλα; ρώτησε ο μεγαλύτερος από μας. Και γιατί δεν τον κοίταζες και συ ... όπως κάνομε τώρα;
- Κείνη την εποχή ήτανε άλλος κόσμος. Οι νέοι δεν μιλούσαν στα κορίτσια στους δρόμους. Πονηροί, δεν θα σας πω ακόμα ποιος ήταν.

Το λοιπόν ανηφορίζουμε το βουνό αγκομαχώντας, μα εγώ, ασυνήθιστη όπως ήμουν να σκαρφαλώνω τους βράχους, γλύστρησα και χτύπησα δυνατά... Το γόνατό μου έτρεχε αίματα. Έβαλα τις φωνές, δε μπορούσα πια να κάμω βήμα. Μαζεύτηκαν τότε μερικοί γεροντότεροι γύρω μου για να βγάλουν απόφαση.

- Εγώ δεν τ' αφήνω το παιδί μου, φώναζε με κλάμματα η μάννα μου. Θα μείνω μαζί του.
- Όχι βρυχήθηκε ένας γέρος μπαρουτοκαπνισμένος του παλιού καιρού Μανιάτης. Εσύ θα 'ρθης μαζί μας. Μα και το κορίτσι δεν μπορούμε να τ' αφήσουμε εδώ να το βρή πεσκέσι ο Μπραΐμης για το χαρέμι του. Τέτοια ντροπή δεν πηγαίνει στο σόι μας. Αν ήταν εδώ ο πατέρας του κι' ο αδελφός του την ίδια γνώμη θα είχανε με μας. Το κορίτσι ή θά'ρθη μαζί μας, ή δεν θα μείνη εδώ ζωντανό.

Μιλούσε και χάιδευε την πιστόλα του. Η μάννα μου έβγαλε μια στριγγλιά που αντήχησε όλος ο λόγγος
- Τι έβαλε ο νους σας; θα σκοτώσετε το παιδί μου; Σκοτώστε καλύτερα εμένα!

Τότε ο νιος που είχε πάρει το μπογαλάκι μου ζύγωσε μ' αγριεμένη όψη, παραμέρισε τους γέροντες χαϊδεύοντας με το δεξί χέρι την ασημένια λαβή της πιστόλας που είχε στη μέση του και βρυχήθηκε:

- Δε λένε, Μπαρμπανικόλα, οι νόμοι και τα εθίματά μας στη Μάνη να σκοτώνουμε ένα αθώο πληγωμένο κορίτσι που δεν έφταιξε σε τίποτε. Όποιος το πειράξη θα 'χη να κάμη με μένα. Τους πληγωμένους τους σηκώνουν στα χέρια, δεν τους σκοτώνουνε! θα το πάρω εγώ στα χέρια μου το κορίτσι και θα το φέρω στην κορυφή του βουνού.

Οι γέροι παραμέρισαν αμίλητοι και σαστισμένοι. Ο νέος έδωσε τα’ άρματά του και τους μπόγους που 'χε στην πλάτη του σ' έναν άλλο, ύστερα με σήκωσε με τ’ ατσαλένια χέρια του και μ' έρριξε στις πλάτες του κρατόντας με σφιχτά από τα πόδια για να μη γλυστρώ και υστέρα τράβηξε τον ανήφορο για το βουνό, σκαρφαλώνοντας με προσοχή στους βράχους. Εγώ μισολιποθυμισμένη τον κρατούσα σφιχτά από τον λαιμό, το κεφάλι μου είχε γύρει στο λαιμό του και τα μακρυά μαλλιά μου που είχαν χυθή, ανέμιζαν, του ίσκιωναν το κεφάλι και του χάϊδευαν απαλά τα μάγουλα... Σα να 'ταν από το Θεό, λίγο πιο πάνω βρέθηκε ένα μονοπάτι κι' έτσι βάδιζε ησυχώτερα με το βαρύ φορτίο του Κάθε μισή ώρα καθόμαστε να ξεκουραστή και μου κοίταζε την πληγή που είχε δεμένη και μου 'δινε νερό.

Έπειτα με ξανάβαζε στην πλάτη του χωρίς να με κοιτάξη στα μάτια, μα εγώ άρχισα να τον κοιτάζω, δεν ξέρω αν ήταν από ευγνωμοσύνη που μου 'σωσε τη ζωή... Έτσι σε τρεις ώρες φτάσαμε στην κορυφή του Αη Λιά, και 'γω σαν πληγωμένη πέρασα τη νύχτα μου μέσα στο 'ρημοκκλήσι. ξαπλωμένη δίπλα στην Άγια Τράπεζα. Δίπλα μου ήταν η μάννα μου κι' ο νιος που δεν έκλεισε μάτι, γιατί μου άλλαζε τα πανιά της πληγής μου κι' έβαζε επάνω βότανα.

Μα δεν μείναμε πολύ εκεί. Ταμπουρωμένοι στον Κοκκινόλακκο Νιοχωρίτες και Καρυοπολίτες βάσταξαν. Τους χτύπησαν από την άλλη μεριά Αγερανιώτες και Σκουταριώτες, έφτασαν βοήθειες κι’ από το Μαραθωνήσι, τους τσάκισαν τους Αραπάδες, όσους δεν πρόλαβαν να γυρίσουνε στις Καμάρες και να μπούνε στα καράβια τους, τους σφάξανε. Οι γέροι και τα γυναικόπαιδα που είχαν ανέβει στην κορυφή του Αη Λιά κατέβηκαν πάλι χαρούμενα στο χωριό. Ειδοποιήθηκε ο πατέρας μου και ο αδελφός μου και κατέβηκαν κι' αυτοί στο σπίτι. Έγειανα γρήγορα κι' αυτή ήταν η αληθινή ιστορία του Μπραΐμη και του Αη Λιά, που τέλειωσε, παιδάκια μου, και να 'στε καλά...

- Μα κυρούλα, φώναξε με τρανταχτή φωνή ο μικρός ο Ντόλης του Παπά Βασίλη, δεν τέλειωσε... Δεν μας είπες ποιος ήταν ο νέος που θύμωσε πολύ σαν ήθελαν να σε σκοτώσουν, που σε πήγε τρεις ώρες στις πλάτες του και τα μακρυά μαλλιά σου του ίσκιωναν το πρόσωπο και του χάϊδευαν τα μάγουλα...

- Πονηροί... Όλα θέλετε να τα μαθαίνετε, ψέλλισε χαμογελώντας η κυρούλα... Λοιπόν σαν έγειανα, ο νιος ήρθε στα γονικά μου και με ζήτησε. Ο πατέρας μου μ' έβρισκε πολύ μικρή ακόμη, δεν ήμουνα της παντρειάς. Μα δεν κρατά νιος ένα κορίτσι τρεις ώρες στην αγκαλιά του και στις πλάτες του έτσι στα καλά καθούμενα. Είχε γίνει πολύ σούσουρο. Στο τέλος δέχτηκε και παντρευτήκαμε. Κι’ αυτός ο νιος ήταν, παιδάκια μου, ο προσπαπούς σας....

Η κυρούλα είχε τελειώσει την αληθινή Ιστορία της, μα τώρα ο λογισμός είχε βουτηχθή στα μακρινά βάθη των περασμένων της. Είχε κατεβάσει κάτω το κεφάλι της για να μη δούμε ένα δάκρυ που κυλούσε από τα σβυσμένα μάτια της. Τώρα χτυπούσε νευρικά το μπαστουνάκι της και μιλούσε με τον εαυτό της σα να 'ταν μόνη.

- Ήτανε λεβέντης κι’ ανοιχτόκαρδος, μοναχογιός με πολύ βίος κι’ από σόϊ. Περάσαμε ζωή χαρισάμενη, τριάντα χρόνια. Πέθανε ‘δω και πενήντα χρόνια αφήνοντας μου δέκα παιδιά κι’ είκοσι εγγόνια, που να ζούσε τώρα να 'βλεπε τα δισέγγονα και τα τρισέγγονα γύρω μας. Πενήντα χρόνια τώρα με περιμένει να πάω να κοιμηθώ σιμά του...

Μα ο Ντόλης ο αδιόρθωτος έκοψε τους λογισμούς της κορούλας φωνάζοντας από τη γωνιά του.
- Τι καλά που έκαμε, κυρούλα, ο Μπραΐμης. να στείλη τους αραπάδες στις Καμάρες!

Αυτό ήτανε το στερνό μ' αληθινό παραμύθι της κυρούλας. Την άλλη μέρα έπεσε στο κρεββάτι της και δε σηκώθηκε. Ζήτησε κι’ ήρθαν όλα τα εγγόνια της, τα δισέγγονα και τα τρισέγγονά της με τις νυφάδες και τους γαμπρούς. Γέμισε πάλι το σπίτι ως τα λιακωτά και τα ξώσκαλα. Ένας - ένας ζύγωνε, γονάτιζε, φιλούσε το σκελετωμένο χέρι της κυρούλας κι' εκείνη έβαζε το χέρι της στο κεφάλι του ψελλίζοντας κάποιον ευχή. Ύστερα έδωσε το κλειδί της κασέλλας στο μεγαλύτερο εγγόνι για να την ανοίξη, είχαν μείνει μέσα πέντε σεντούκια. Είπε τα τέσσερα να τα πάρουν οι τέσσερες μεγαλύτερες ανύπαντρες κοπέλλες της γενιάς και το τελευταίο να μοιραστή στο Δεσπότη που θα 'ρχόταν από το Γύθειο στην κηδεία της, στον παπά που θα 'κανε ένα σαρανταλείτουργο για την ψυχή της, κι' ότι περίσσευε στους φτωχούς του χωριού. Τελευταία της λόγια ήταν να την βάλουν στον ίδιο τάφο που βρίσκονταν τα κόκκαλα του συχωρεμένου του άντρα της. Ύστερα με γαλήνια όψη, έκλεισε τα μάτια κι' άφησε για πάντα τον κόσμο που είχε ζήσει πάνω από ένα αιώνα.

Έφεραν το Δεσπότη με το Διάκο, ξεσηκώθηκε όλο το Νιοχώρι, ήρθαν κι’ από τα γύρω χωριά. Πέρασαν ώρες για να της δώση όλο το συγγενολόϊ, μεγάλοι και μικροί με τα συμπεθεριά τους, τον τελευταίον ασπασμό και να την σκούξουνε κατά τις συνήθειες του τόπου. Έβγαλε λόγο ο ίδιος ο Δεσπότης και παίνεσε τις πολλές αρετές της και τα χριστιανικά της χαρίσματα. Έβγαλε λόγο κι' ο δάσκαλος κι' είπε πως κείνη την ώρα κήδευαν «την τελευταίαν επιζώσαν ηρωίδα του αγώνος της ελευθερίας μας του 1821»! Σύμφωνα με την τελευταία της θέλησι, άνοιξαν τον πρασινισμένο από την πολυκαιρία τάφο του ανδρός της και την απόθεσαν εκεί μαζί με τα κόκκαλά του.

Ύστερα γύρισαν όλοι. μαζί κι’ ο Δεσπότης κι' ο Δάσκαλος, στο σπίτι της για να πιούνε τον καφέ του συχωρεμού. Μα από τώρα πίσω ακούγονταν το συγγενολόϊ, τα μουρμουρίσματα. Ποιος από τους κληρονόμους θα 'παιρνε το σπίτι που 'ταν το μεγαλύτερο, το κεντρικώτερο του χωριού; Ποιος θα 'παιρνε το περιβόλι, που 'τρεχαν μέσα ποτάμι τα νερά και φύτρωναν πλούσια οι πορτοκαλιές κι' όλα τα ζαρζαβατικά; Ποιος το χωράφι του κάμπου που 'κανε το σιτάρι; Ποιος τα γυρίσματα που σπέρναν το κριθάρι; Ποιος τους κήπους με τις συκιές, το χτήμα με τις ελιές, τις ανηφοριές με τις βελανιδιές;

Ο καθένας βέβαια ήθελε το καλύτερο για λογαριασμό του κι’ ήταν πάνω από ογδόντα εκείνοι που 'χαν δισέγγονα και τρισέγγονα και χήρες και νυφάδες αλληλοκοιτάζονταν βλοσυρά και σιγομιλούσαν. Η αδερφική αγάπη που 'χε βασιλεύσει στην οικογένεια εκατό χρόνια, όσο ζούσε η γριά, τώρα έσβυνε κι' οι γκρίνιες άρχιζαν πριν μπη καλά-καλά στο χώμα. Ο δάσκαλος πήρε στην πάντα το Δεσπότη και του μιλούσε πολύ ώρα. Ο Δεσπότης έπεσε λίγο σε συλλογή χαϊδεύοντας την ολόλευκη γενειάδα του, κάλεσε όλο το συγγενολόϊ στην πλατεία του χωρίου, αφού δεν τους χωρούσε στο σπίτι. Ανέβηκε σε μια πέτρα και τους μίλησε:

- Καλοί Χριστιανοί, αγαπημένα μου παιδιά, ο καλός μας Θεός έδωσε τόσα χρόνια στην κυρούλα που δεν έδωσε σε κανένα άλλον άνθρωπο, για να σας κάνει πολλά και σας έκανε απ' όσα ξέρω. Γι’ αυτό να ευχαριστήτε το Θεό και να ευλογήτε την αγία μνήμη της συχωρεμένης της κυρούλας, κι' αυτό μόνον είναι το θέλημα του Κυρίου. Είστε, ζωή να 'χετε, πάνω από ογδόντα οι κληρονόμοι της. Δεν μπορεί βέβαια να πάρη ο ένας το καλύτερο κι' άλλος το χειρότερο, αυτό δεν το επιτρέπει κι’ ο νόμος. Κι' αν μοιράσετε την περιουσία της σε ογδόντα ίσια μερίδια, ο καθένας θα πάρη ένα τίποτε. Άκουσα πολλές φορές, σαν ερχόμουν να λειτουργήσω στο Νιοχώρι, την κυρούλα σας να παραπονιέται γιατί το χωριό είχε μικρή και στενόχωρη εκκλησία κι’ είχε για σχολείο ένα παλιό ετοιμόροπο χτίριο, που καμμιά ώρα θα πέση και θα πλακώση τα παιδιά σας.

Σίγουρα η τελευταία της θέληση, αν προλάβαινε να την ‘πη, θα 'ταν να πουληθή η περιουσία της και το σπίτι της και με τα χρήματα που θα συναχτούν να γίνη μια καινούργια κι' ωραία εκκλησία και να ξαναφτιαχτή κατάλληλα το σπίτι της για να γίνη ένα καλό σχολείο, θα βοηθήση κι’ η Επισκοπή, θα ενεργήσω να βοηθήση και το κράτος. Έτσι θα ωφεληθήτε όλοι μαζί στο χωριό κι’ ή μνήμη της κυρούλας θα 'ναι αιώνια. Μα ξέχασα να πω πως όποιος από τα ογδόντα μερτικά, όσο μικρό κι' αν είναι, το θέλει, ο νόμος του δίνει. Δεν μπορούμε να το εμποδίσουμε, μόνο που δεν θα 'χη την ευχή της κυρούλας και τη δική μου, γιατί χωρίς σπουδαία ωφέλεια, θα κάμη κάτι το ενάντιο προς το κοινό καλό. Όποιος λοιπόν θέλει το μερίδιό του, ας το φωνάξη.

Όλοι αλληλοκοιτάχτηκαν, μερικοί μουρμούριζαν, αλλά κανένας δε μίλησε. Ο δάσκαλος τότε φώναξε:
- Σα γίνη το σχολείο θα βάλωμε μέσα μια μεγάλη εικόνα της κυρούλας να την βλέπουν όλα τα παιδιά των κατοπινών γενιών και να την ευλογούνε.

Σηκώθηκε κι' ο παπάς κι' είπε:
- Σα γίνη η νέα εκκλησία, θα βάλωμε και την εικόνα της κυρούλας να την προσκυνούμε όλες οι κατοπινές γενιές, γιατί ήταν μια άγια γυναίκα.