Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Η ΝΥΦΗ ΚΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Καταγεγραμμένο από τον Κυριάκο Δ Κάσση, από το εξαντλημένο βιβλίο του «125 Λαϊκά Παραμύθια από τη Μάνη»

Μία επαντρεύτη. Στο πατρικό της είχε μάθει όντα εφούρνιζε να δώνει για το καλό του σπιτιού, λαγάνα σε καένανε περαστικό φτωχόνε. Αν δεν έδωνε σε καένανε, τόχασι για κακό.

Η πεθερά της όμως ήτα 'κριβή (τσιγγούνα) και δεν την άφηνε να δώνει.. Εκείνη όμως το πέτα απάνου στη σκεπή του φούρνου ένα μικρο κομματάκι.

Σε καιρό τα κομματάκια αγιάσασι κι εγίνησα λιβάνι. Οντε τόβρε, εκατέβησα οι άγγελοι και τησε λέσι:

—Α(ν) το μαρτυρήσεις, ότι εγίνη λιβάνι, θα μαρμαρωθείς. Εσύ θα μπορείς να μάσε λέπεις όντα και όπου ερχόμαστε. Αλλος δε θα μάσε λέπει.

Μία φορά σ' ένα κοντινό σπίτι εψυχομάχα ένας πλούσιος γείτονας που είχε πολλές αμαρτίες. Σαράφης και τοκογλύφος.

Πάει, κατά πώς ήτα υποχρεωμένη, λέπει εκείνονε πού εψυχομάχα. Οι άλλοι πού ήτα γύρω στο κρεββάτι δεν ελέπασι τίποτα. Εκείνη όμως ήλεπε τους αγγέλους και του ιδιαβόλους που εκατεβαίνασι και του φουρνιάζασι τα χαρμπία! (έμπηγαν εγχειρίδια, μικρές ρομφαίες) ...

— Ωχο! αναρρούφια (βρυχιόταν – απ΄τον πόνο - ) εκείνος από το ψυχορράγημα. Οι άλλοι τίποτα δεν ελέπασι. Εκείνη άρχισε να κλαίει. Δεν εβαστήχτη. Η πεθερά της την εσκόντα να μην τήνε ιδιούσι. Αλλος δεν έκλαιε. Μόνο εκείνη. Πάσι στο σπίτι. Λέει η πεθερά στο γιό της:

— Θα ντον είχε αγαπητικό η προκομένη ζου αυτόνε.

— Ασε, ρε μάννα, όλο τήνε κατασκυνάς (καταισχύνεις, συκοφαντείς).

Σέ λίγες μέρες αρρώστησε το μωρό του πρώτου του ξαδέρφου κι εψυχομάχα. Πάσι η νυφοπεθερά. Η νύφη έλεπε τους αγγέλους που ερχόντα και του φέρνασι λουλούϊδια και το στεφανώσασι. Οι άλλοι δεν ελέπασι.

Ητα τόσο όμορφο το μωρό περιτριγυρισμένο από τους αγγέλους που δεν εκρατήθη κι αχνογέλασε. Ο άντρα της κι η πεθερά της την είδιασι.

— Λέπεις; Επά γελά που έπρεπε να κλαίει. Στο τζιφούτη έκλαιε. Καλά ο γιός τη γυναίκα του:

— Καλά εσύ στο παιδί του ξαδέρφου μου εγέλας, όντε επέθαινε, και στο τζιφούτη έκλαιες; Θέου να μου πεις τί συβαίνει.

— Αντρα μου, δε γ κάνει να ζού πού. Γιατί θα πάθου μεγάλο κακό.

— Οχι, να μου πεις.

— Φτιάσε μου τη γ κάσσα μου και θα ζού πού.

Τήσε φτιάνουσι τη γ κάσσα, εμπήκε μέσα, εσταυροχεϊριάστη:

Να, αυτό κι αυτό. Εδωνα λαγάνα στον ουρανό και τήνε πέτου στο φούρνο μας απάνου. Εγίνη λιβάνι. Ηρθασι οι άγγελοι και μούπασι ότι θα ντούσε λέπου ό,τι κάνουσι, αλλά άμα το πού (ειπώ) θα μαρμαρώσου. Ηλεπα λοπό στο τζιφούτη να ντόνε καρφούνουσι οι αγγέλοι και τόνε λυπήθηκα. Στο μωρό όμως εδώνασι λουλουίδια κι ήτα πολύ όμορφο, γι αυτό εγέλασα.

Και μόλις είπε αυτό εμαρμαρώθηκε.

Εκλαιε ο άντρα της. Δεν εκούστιζε (δεν περνούσε κανένα παρακάλεμα) τίποτα.

«Κι επεράσασι καλά
όλο γέλια και χαρές
και ξεφάντωσες καλές»

Σημείωση
Το παραμύθι αυτό είπε ο Μιχάλης Κυρ. Καλκατζάκος – Κάσσης ή Καπίνος και η του Κυριακούλα Κάσση παπούς και μητέρα αντίστοιχα του Κυριάκου Δ. Κάσση. Ο πρώτος, είχε ακούσει το παραμύθι αυτό από την Κυριακούλαινα ή Καρκατζόνυφη (γυναίκα του Κυριάκου Καλκατζάκου – Κάσση), ως κοπέλλα Κυριακή Αλεξαντράκου – Περιμένη από τα Αλικα (1860-1930 περίπου). Η έκτακτα πνευματώδης, αν και αγράμματη, υπήρξε ένα μοναδικό αρχείο μανιάτικης Λαογραφίας, εξαιρετικά παραστατική στις διηγήσεις της, μία ποιήτρια σωστή, μονόφθαλμη από ένα ατύχημα. Εξαιρετικά σεμνή και ντροπαλή συνήθιζε να λέει παραμύθια στα παιδιά κι εγγόνια της.