Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

Επικοινωνία

Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ

Το τελευταίο κείμενο του Γ. Φτέρη

Έτσι Λέμε, έτσι λέγαμε άλλοτε στη Μάνη τη γιαγιά, τη μάνα της μάνας ή του πατέρα. Έχω ακόμη μπροστά στα μάτια μου τη δική μου, τη μάνα του πατέρα μου, ψηλόσωμη, ξεραγκιανή, μαυριδερή, με όψη αυστηρή, από το Καραβοστάσι, κοντά στο Βοίτυλο. Καταγόταν από μια μεγάλη μανιάτικη οικογένεια, από τους Ραζελιάνους, που τους έλεγαν και Μέντικους.

Την αγαπούσα, τη σεβόμουνα, και τη φοβόμουνα μαζί. Δεν ήταν κακιά. Αλλά όπως άλλες μανάδες ή γιαγιάδες - οι περισσότερες - δείχνουν τη στοργή τους με χάδια στα μικρά παιδιά, εκείνη την έδειχνε με τ' άγριο.

Θυμάμαι και κάτι που έκανε στο μεγάλο σοφρά, όταν τύχαινε να φιλοξενήσαμε ένα παλιό φίλο του σπιτιού, για να τον τιμήσει. Ενώ δίπλα στεκόταν με την πεντάλφα χαραγμένη επάνω του ο σκούρος προγονικός λυχνοστάτης, τον καιρό που δεν είχε ακόμη φτάσει στα ορεινά χωριά της Μάνης το πετρέλαιο - ένας λυχνοστάτης που έδινε στις αλληλοδιάδοχες γενιές μαζί με τον αργαλειό, τη σκάφη και τα εικονίσματα, την αίσθηση της κοινής καταγωγής των - κατέβαζε το λύχνο με τα δύο αναμμένα φυτίλια του και τον κρατούσε στην άκρη του τεντωμένου χεριού της. Σα νάθελε έτσι να δείξει ότι το φως, που ήταν τη νύχτα η ψυχή του σπιτιού, το φως που έπεφτε πάνω στο πρόσωπό της κι επάνω στις μορφές εκείνων που κάθονταν ολόγυρα δεν έβγαινε από το λάδι. Αλλά ανέβαινε από τις φλέβες της, από το αίμα της...

(Εδώ σταματά ο Γ. Φτέρης γιατί τον σταμάτησε και κείνον ο θάνατος).

Επιμέλεια Γιώργου Π. Δημακόγιαννη


Η  Χωριάτα ] Βιβλία ] [ Τελευταίο κείμενο ]