Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

Επικοινωνία

ΕΚΔΟΣΗ ΜΕ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗΣ ΜΑΝΗΣ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΟΥΓΕΑ (1901-1904)

«Διαμαντικά της ζωντανής γλώσσας»

«Στην άκρην της Παράδεισος είναι ένα περιβόλι». Ο κάτω κόσμος είναι μια αντανάκλαση του κόσμου των ζωντανών στα μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης: περιβόλια, κάστρα, κρυστάλλινες βρύσες, μπαρμπεριά, γαρίφαλα, βιόλες

ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ

Τα συστατικά και η μορφολογία των μοιρολογιών συνδέουν τη νεοελληνική ποίηση με τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, επισήμανε ο Μιχάλης Μερακλής (καθηγητής Πανεπιστημίου) κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Τραγούδια του Κάτω Κόσμου» Μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης από τη συλλογή του Ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα κατά τα έτη 1901-1904, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».

Η έκδοση των τραγουδιών συνοδεύεται από μοναδικές φωτογραφίες της εποχής εκείνης, από το οικογενειακό περιβάλλον του Σωκράτη Κουγέα, την περιοχή των Δολών και των κατοίκων τους, καθώς και άλλους τόπους της Μεσσηνιακής Μάνης.

Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι τα τραγούδια αυτής της συλλογής, τα μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης, παρέμειναν αναξιοποίητα επί 92 χρόνια, μέχρι να ανακαλυφθούν στο προσωπικό αρχείο του καθηγητή Σωκράτη Κουγέα, από τον συνονόματο εγγονό του, ο οποίος τα μετέγραψε, τα σχολίασε και επιμελήθηκε την έκδοσή τους.

Τα 139 μοιρολόγια κατά τον Σωκράτη Βενέτη Κουγέα είναι φορείς ενός κόσμου αξιών που ξεπερνά τα στενά όρια της Μάνης: από τη Μάνη ως την Κύπρο, φαίνεται ότι τα τραγούδια αυτά ταξίδεψαν και αγαπήθηκαν, άλλα ως θρησκευτικά τραγούδια και άλλα ως παραλογές, που ο ήρωάς τους απέκτησε μυθική υπόσταση.

Στο προλόγισμα της συλλογής ο Ζήσιμος Λορεντζάτος τονίζει μεταξύ άλλων: «Τα Μοιρολόγια της Μάνης είναι ένα κελάρι όπου φυλάγονται τα διαμαντικά της ζωντανής γλώσσας. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ μοναχά σε έναν στίχο, που με τύφλωσε με τη φυσική λάμψη του, σαν ένα μονόπετρο θα τον έλεγα ανακατεμένο ανάμεσα στα υπόλοιπα διαμαντικά. Μια τέτοια εικόνα ή ποιητική σύλληψη δεν θα την αποτολμούσε (και δεν την αποτόλμησε όσο ξέρω) κανένας επώνυμος ποιητής.

Μπορεί άλλες πολλές, τέτοια όχι:

Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις.

Μονάχα ο ανώνυμος λαός μπορούσε να προχωρήσει αυθεντικά ως εκεί, δίχως να υποψιάζεται την τέχνη του, όπως το παιδί δεν υποψιάζεται την αθωότητά του».

Στην ενότητα «Στην άκρην της Παράδεισος είναι ένα περιβόλι» επισημαίνεται ότι: «Οι στίχοι φανερώνουν τα συναισθήματα των νεκρών με έναν θρήνο, που εκδηλώνει στην ουσία την υπαρξιακή ανησυχία των ζωντανών, καθώς βλέπουν τη ζωή τους να φεύγει, χωρίς να τη χαίρονται όπως θα ήθελαν:

«Ένα μικρό αρχοντόπουλο ξεβγήκε από τη χώρα
σούρνει αλογάρια δώδεκα και μούλες δεκαπέντε,
στη μούλα την καλύτερη μόσχο είχε φορτωμένο
και πίσω στα καπούλια της ο νιος ήταν καβάλα
και από τον μόσχο τον πολύ και από την μυρωδία
αποικομήθηκε ο νιος στης μούλας τα καπούλια.
Ξεχάνει (η) μούλα το στρατί και σ’ άλλη στράτα πάει.
Ανανοήθηκε ο νιος στης μούλας τα καπούλια:
Μούλα, που μ’ ήφερες εδώ; οι κλέφτες θα μας πιάσουν.
Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν τον είπε,
μια παταριά τ’ ανάψανε με δυο ασημένια βόλια,
το ‘να το πήρε στην καρδιά και τ’ άλλο στα πνεμόνια».

Ο Βασίλης Διοσκουρίδης (εκδότης) όταν αναφέρθηκε στους στίχους για το μικρό αρχοντόπουλο και στον συμβολισμό λέξεων και εικόνων που συνθέτουν αυτό το μνημείο της ανώνυμης ελληνικής τέχνης του λόγου, είπε ότι σε αντίθεση με την «Κραυγή» του Ιταλού ποιητή Λεονάρντι όπου η φύση είναι αδιάφορη, στο θέμα (του μοιρολογιού) με το αρχοντόπουλο, η ελληνική φύση συμπάσχει με τον άνθρωπο, και στο συγκεκριμένο θέμα, με το αδικοχαμένο παλικάρι.

Δημοσίευση στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 24-04-2000