Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

Επικοινωνία

Φαίδων Κουκουλές

«Όταν φωτογραφίζεις, κάνεις έρωτα, αλλά ποτέ δεν μένεις σε αυτό το πρωταρχικό στάδιο, το εγωιστικό· θέλεις να δημιουργήσεις, να προσφέρεις, να μεταδώσεις ή να μοιραστείς αυτό που σε συγκίνησε». Στη διαδικασία της φωτογράφησης, για τον Φαίδωνα Κουκουλέ, η θεματολογία καταλαμβάνει τον ασήμαντο ρόλο της απλής αφορμής. Η υποκειμενικότητα του καλλιτέχνη διευρύνεται ως διά μαγείας σε ένα είδος πανανθρώπινης συνείδησης που τον βοηθά να αποφεύγει τα «καπελώματα» ή τον εγκλεισμό της «εντοπιότητας», αλλά και να καταχωρεί πιο εύστοχα την αισθητική του πρόταση, αυτό που έχει κάθε φορά την ανάγκη να πει.

Η πρόσφατη ατομική του έκθεση στην «Αίθουσα Τέχνης Αθηνών» εντάχθηκε στο ευρύτατο θέμα με τίτλο «Ο ανθρώπινος παράγοντας» το πλαίσιο του 8ου Διεθνούς Μήνα Φωτογραφίας και περιλάμβανε «Τέσσερις Ενότητες», για το τανγκό, όπου προσπάθησε να αποτυπώσει «το απελπισμένο πάθος αυτού του αργεντίνικου χορού», για το Μεξικό, «μια καταγραφή της σκληρής πραγματικότητας σ’ αυτήν τη χώρα», για τη Μάνη, όπου εμπνεύστηκε «από τους ανθρώπους της σκιάς και τη χημεία που δημιουργείται με το περιβάλλον τους στην καθημερινή τους ζωή», και, τέλος, για τα μοναστήρια, όπου προσπάθησε, κυρίως με προσωπογραφίες, να σκιαγραφήσει «την ήρεμη μεγαλοσύνη του Αγίου Όρους».

Γεννημένος πριν από 35 χρόνια στη Γαλλία, ο Φαίδων Κουκουλές μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο ερεθίσματα. Παππούς του ήταν ο μεγάλος βυζαντινολόγος Φαίδων Κουκουλές και γονείς του, οι σημαντικοί φιλόλογοι, ο Γιάννης και η Μαίρη Κουκουλέ, που τον βοήθησαν να αποκτήσει τη σχέση του με την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό. Στο σπίτι τους μπαινόβγαιναν άνθρωποι όπως ο Άρης Αλεξάνδρου - ο «θετός παππούς» του Φαίδωνα -, ο ποιητής Νίκος Καββαδίας, ο ζωγράφος Γιώργος Σικελιώτης.

Ιδιαίτερα καθοριστική για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του θεωρεί τη μακροχρόνια συμβίωσή του με τον Ηλία Πετρόπουλο. Στο διάστημα της αναγκαστικής τους παραμονής στην Ελλάδα, επί χούντας, ο Ηλίας Πετρόπουλος ετοίμαζε τα λευκώματά του για τα κοιμητήρια, τις σιδεριές, τα παράθυρα, κ.ά. «Στην αρχή σκίτσαρε», λέει ο Φαίδων Κουκουλές, «αλλά όταν του φέρανε μια φωτογραφική μηχανή από το Λονδίνο, άρχισε η μεγάλη μας Οδύσσεια. Γυρίσαμε όλη την Ελλάδα και φωτογραφίζαμε. Δεκάδες χιλιάδες αρνητικά, κι εγώ, 8-9 χρόνων τότε, ήμουν ο «υπασπιστής» του - έτσι με φώναζε».

Ο επόμενος μεγάλος σταθμός στην καλλιτεχνική του εξέλιξη ήταν η συνάντησή του με τον Πλάτωνα Ριβέλλη, το ‘91, στο πλαίσιο του «Φωτογραφικού Κύκλου», αφού προηγουμένως είχε ολοκληρώσει σπουδές οικονομικών και ελληνικής φιλολογίας, στη Γαλλία. Το ελληνικό φως όμως ήταν αυτό που «είχε κάνει το θαύμα του». «Τα παρατάω όλα», λέει, «ετοιμάζω ένα δείγμα δουλειάς και παρουσιάζομαι για σπουδές φωτογραφίας στο Ρarsons School of Design του Παρισιού. Τις ολοκλήρωσα στη Νέα Υόρκη, όπου έμεινα και δούλεψα. Βρέθηκα έτσι να κολυμπώ μόνος και στα βαθιά, εκεί στην πρωτεύουσα της φωτογραφίας».

Με σχεδόν «συνοπτικές διαδικασίες», που θα τις ζήλευαν χιλιάδες ομότεχνοί του διεθνώς, βρέθηκε να εκπροσωπείται από την SΜG, μία από τις σπουδαιότερες γκαλερί της Νέας Υόρκης, αλλά και από την γκαλερί Ζαμπρίνσκι, του Τιερί Μαρλά, στο Παρίσι.

Τα τελευταία 2-3 χρόνια ο Φαίδων Κουκουλές έχει πυκνώσει τα διαστήματα της παραμονής του στην Ελλάδα, φωτογραφίζει μοναστήρια, ελληνικές και βυζαντινές αρχαιότητες, και προετοιμάζει κάποια βιβλία με συλλογές δικών του φωτογραφιών. Επιμελείται επίσης μαζί με την Πόπη Μοσκώφ ένα βιβλίο για τον Κωστή Μοσκώφ που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Καστανιώτη». «Ζηλεύοντας» τους ζωγράφους, κατέφυγε κατά καιρούς σε ποικίλες «εναλλακτικές» τεχνικές. Στις περισσότερες όμως δουλειές του, χρησιμοποιεί την τεχνική της πλατινοτυπίας, που του τη δίδαξε ένας Μεξικάνος συμφοιτητής του στο Παρίσι. «Η παλιά αυτή τεχνοτροπία», λέει, «εκτός από το αισθητικό αποτέλεσμα, που κάνει τις φωτογραφίες να μοιάζουν με γκραβούρες, εγγυάται και την τεράστια αντίσταση στη φυσική φθορά». Οι συγκινήσεις από τη δουλειά του πολλές: ο Φαίδων Κουκουλές θυμάται το αμόκ που τον κυριεύει όταν βρίσκεται στον σκοτεινό θάλαμο, τη γύμνια που αισθάνεται συχνά όταν δεν έχει μαζί του τη φωτογραφική μηχανή, την «έμπνευση, που έρχεται απροειδοποίητα, που δεν την περιμένεις και που... δεν σε περιμένει».

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΡΟΥΣΤΑΝΗΣ (Δημοσίευση της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ», 10-11-2001)