Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

Αρχική
Προηγούμενη

Αιδώς Αργείοι

Του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη, δημοσιευμένο στο περιοδικό των εν Αττική Λακεδαιμονίων «ΛΑΚΩΝΙΚΑ», Τ. 204, Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2002.

Στην εφημερίδα το Βήμα της 24/3/02 δημοσίευμα του Διόδωρου Κυψελιώτη εκπλήσσει τον αναγνώστη, γιατί φαίνεται ασυμβίβαστο με την ιστορία και το κύρος της εφημερίδος.

Στη σελίδα Α 61 της εφημερίδος αυτής ο Κυψελιώτης γράφει:

«Μανιάτικο ήθος προς μίμησιν

Την τελευταία Κυριακή είχε πάει στη Μάνη, για να τιμηθεί, λέει, η εξέγερση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη - ο οποίος, ως γνωστόν, απαιτούσε ως δίκαιη ανταμοιβή για αυτήν να του παραχωρηθεί ως φέουδο, πέραν της Μάνης, και η Εύβοια, και επειδή ο Καποδίστριας, αν θυμάμαι καλά, είχε αντιρρήσεις, τις πλήρωσε με τη ζωή του. Τέλος πάντων - το ζήτημα είναι ότι ο Πρόεδρος προέτρεψε τους δημόσιους υπαλλήλους να αποκτήσουν «συμπεριφορά Μανιατών» για να παταχθεί η διαφθορά και να προκόψει το κράτος. Αναρωτιέμαι ποιός ηλίθιος γράφει τους λόγους του Προέδρου και τον βάζει να καλεί τους υπαλλήλους να θεωρούν δικά τους τα δημόσια έσοδα, όπως ο Πετρόμπεης. Σημειωτέον δε ότι, κράτος εν κράτει η Μάνη, για 100 χρόνια σχεδόν, αρνιόταν να πληρώσει φόρους. Λαμπρά δημοσιονομικά παραδείγματα για τους δημόσιους υπαλλήλους. Αλλά ο Πρόεδρος δεν θα χρειαζόταν ηλίθιους συντάκτες λόγων αν δεν υπήρχαν άλλοι ηλίθιοι να του κατασκευάζουν πρόγραμμα περιοδειών από επέτειο σε επέτειο. Δεν τον αφήνουν και μια Κυριακή να εκκλησιαστεί; Μεγάλος άνθρωπος είναι».

Ο αναγνώστης διερωτάται, η αμάθεια ή κάτι χειρότερο εχάραξε τις γραμμές αυτές;

Αν δεν είναι ικανός να σεβαστεί τον γνωστόν για την αρετή του Κωνσταντίνον Στεφανόπουλον, νομίζει ότι μπορεί να εμφανίζει τον Ανώτατον Άρχοντα της χώρας άβουλο όργανο «ηλιθίων» συνεργατών και συμβούλων, τους οποίους επέλεξε ο ίδιος ο Ανώτατος Άρχων;

Ποία ιστορία τον εδίδαξε ότι το ήθος των Μανιατών αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγήν;

Από που έμαθε πως οι Μανιάτες ήσαν φοροφυγάδες; Αδιάψευστα στοιχεία δείχνουν ότι οι Μανιάτες ως πολίτες και πολεμιστές υπήρξαν υπόδειγμα αρετής. Αναφέρομε λίγες από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Το πάμπτωχο αρτισύστατο Ελληνικό Κράτος απεφάσισε να ενισχύσει πενομένους αγωνιστάς της Εθνεγερσίας. Στον πίνακα συμπεριέλαβε και τους πάμπτωχους ήρωες της Εθνεγερσίας, τους Μανιάτες Τσαλαφατίνο και Καρίγιαννη. Η άρνησή τους να δεχθούν οικονομική βοήθεια από το πάμπτωχο κράτος εσχολιάσθη και από γνωστούς αντιπάλους των Μανιατών. Ο Φωτάκος παρά τις αντιθέσεις του με τους Μανιάτες γράφει στα Απομνημονεύματά του σ. 258 (έκδοση 1955).

«Ο δε Η. Τσαλαφατίνος έτρεχε πάντοτε, όπου η περίστασις της πατρίδος τον εκαλούσεν, αλλά ποτέ του δεν είχεν ιδικόν του σώμα, διότι οι Μανιάται ήσαν πτωχοί και ήθελαν δια να εκστρατεύσουν χρήματα, αχώριστος αυτού ήτο ο Αθανάσιος Καρίγιαννης. Και τους δύο αυτούς άνδρας επαινούμεν δια τον ζήλον των και μάλιστα τον γέροντα Π. Τσαλαφατίνον και δεν αμαρτάνομεν να τους ονομάσωμεν Αγίους Αναργύρους».

Όταν έφτασαν οι λίρες του δανείου, που έδωσε η Αγγλία στους Έλληνες, ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος για την κατάκτηση της εξουσίας και τη διαχείριση των χρημάτων.

Οι αγωνιζόμενοι για τη διαχείριση των δημοσίων πόρων προσπαθήσανε να προσεταιριστούν τους Μανιάτες, ώστε με τα όπλα τους να καταβάλουν τους αντιπάλους, να καταλάβουν την εξουσία και να διαχειριστούν τα δημόσια έσοδα.

Ο λαός, τον οποίον ο Κυψελιώτης χαρακτηρίζει παράδειγμα προς αποφυγήν, κατάφερε να νικήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες, να δαμάσει τις παρορμήσεις του σαρκίου και να αναδειχτεί φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση και όχι προς αποφυγή.

Μικρό απόσπασμα από αναφορά των Μανιατών προς την επιτροπήν Ζακύνθου είναι αρκετόν να δείξει το ήθος των Μανιατών. Το θέτομε υπόψη του Κυψελιώτη.

«και ημείς, ω θείοι άνδρες και ευεργέται της ανθρωπότητος, αν και από της εποχής του αγώνος εχύσαμεν τόσον αίμα, ήδη εσχάτως εν μοίρα εφάνημεν, χωρίς να αριθμηθώμεν μετ’ εκείνων, οίτινες προς τοις άλλοις και των εθνικών προσόδων εκαρπούντο, αλλά και των πολλαχώς πολλαχόθεν και οπωσδήποτε συρρυέντων εν Ελλάδι χρημάτων μέχρι τούδε ημείς την ακοήν μόνον είχομεν, εις τούτο έχομεν μάρτυρα τον ουρανόν και την συνείδησιν»1.

1826 Ιουλίου 19 Τζίμοβα

Οι ταπεινοί δούλοι και πληρεξούσιοι της Σπάρτης

Μιχάλης Πικουλάκης

Δημήτριος Γεωργίου

Δημάκης Φινόγιαννης

Δημάκης Δημητρακάκης

Μιχάλης Στραβολαιμάκης

Γεωργάκης Κορωνιάκης

Θεόδωρος Τζακάκης

Αθανάσης Μαρτάκης

Αθανάσης Γκετάκης

Θεοδωράκης Κοζομπολάκης

Πανάγος Λουμάκης»

Αυτά έκαναν οι Μανιάτες. Για τις δραστηριότατες άλλων ο γνωστός για την εντιμότητά του Ανδρέας Ζαΐμης είπε: «Εν συντόμω σοι λέγω ότι το χρυσίον έβλαψε την Ελλάδα, διότι εγέννησε τέρατα και ανεζωπύρωσε τους θουκυδιδείους χρόνους».

Η επιστολή αναφέρεται στα γεγονότα του 1825 και το χρυσίον είναι τα χρήματα του δανείου για τα οποία άρχισαν να αλληλοσκοτώνονται αυτοί που θέλανε να τα διαχειρισθούν. Με αυτούς είναι γνωστό ότι οι Μανιάτες αρνήθησαν κάθε επαφή και συνεργασία.

Τους ανθρώπους λοιπόν αυτούς, οι οποίοι με εντολή του λαού της Μάνης απεφάσισαν να μείνουν μακριά από τον εμφύλιο και τη λάμψη του χρυσίου δεν μπορούν να τους αποκαλούν παράδειγμα προς αποφυγήν άνθρωποι διαθέτοντες εντιμότητα.

Για τους φοροφυγάδες Μανιάτες, κοιτά των οποίων εστράφη το πνεύμα του Κυψελιώτη, θυμίζομε σχετικό έγγραφο, το οποίο παίρνομε από το Αρχείο Τζωρτζάκη.

«Αρ. 544

Ελληνική Πολιτεία

Προς τον Φιλανθρωπότατον Σ. Κυβερνήτην.

Η Σ. Διαταγή της, το ν’ αποδώση την δεκατίαν η Αν. Σπάρτπ είναι δικαία, αλλά τα αίτια τα οποία την κάμνουν ν’ αδυνατή δια φέτος, είναι άξια των σκέψεών της, και της ευσπλαγχνίας της.

Ολίγαι οικογένειαι κάμνουν την χρονικήν των τροφήν από τα χωράφια των και ουδεμιάς περισσεύει να πωλήση και επίλοιπα διά ολίγους μήνας μόνον κάμνουν και πολλαί δεν έχουν χωράφια διόλου. Η εφετεινή πείνα υποχρέωσεν τους μεν να δανεισθούν με υπέρογκα διάφορα, τους δε να το προπωλήσωσι εις μικρότατην τιμήν δια να ποοφθάσωσι τας χρείας των...

Όθεν παρακαλούμεν την Α. Εξοχότητα θερμώς να τους οικτίρη να μη την δώσουν φέτος. Και επιστηριζόμενοι εις την πατρικήν φιλανθρωπίαν της Σ. Κυβερνήσεως ελπίζομεν ότι θέλει συγκατανεύσει εις την δέησίν μας. Και εν τοσούτω υποσημειούμεθα με σέβας βαθύ ευπειθέστατοι των επιταγών της.

Τη 27 Ιουνίου 1829 Μαραθονήσι.

Οι Δημογέροντες της Ανατολικής Σπάρτης

Γ. Γρηγοράκης

Α. Κρικάκος

Π. Μαρτζελλάκος»

Δεν εδίστασε ο Κυψελιώτης να χαρακτηρίσει το φόνο του Καποδίστρια αποτέλεσμα φιλοχρηματίας και να διατυπώσει τα πνευματώδη σχόλια για τους φιλοχρήματους δολοφόνους του δημιουργήσαντος το δημοκρατικό και φιλελεύθερο Καποδιστριακό Κράτος. Ριζικά διαφωνούν με τον πνευματώδη Κυψελιώτην δυο διανοούμενοι, οι οποίοι μπορεί να μην διαθέτανε το πνευματικό ανάστημα του Κυψελιώτη είναι βέβαιο όμως ότι πρόκειται για ανθρώπους εγνωσμένης εντιμότητας.

Ο Κυριακίδης, αν και φίλος του Καποδίστρια, τον ελέγχει για την ανεπίτρεπτη συμπεριφορά του προς τους αγωνιστές, για τους Μαυρομιχαλαίους δε λέει:

«Η προς τούτους διαγωγή ιδία των αδελφών του Κυβερνήτου πολλούς τοιούτους επισήμους εξώθησεν εις την κατ’ αυτού αντιπολίτευσιν, ιδιαίτατα όμως αυτός ούτος ατομικώς ο Κυβερνήτης σκληρώς και μέχρι σημείου τινός αδίκως, προσηνέχθη κατά μιας των εγκριτοτάτων και ενδοξοτάτων οικογενειών, της των Μαυρομιχαλών».

Ο Κοραής τελειώνοντας το «Διάλογο» με τη φράση «Η Ελλάς δεν ανέστη τάφον, μόνον ήλλαξε και από νεκροθάπτην Τούρκον απέρασεν εις Έλληνα» είναι βέβαιο ότι αδίκησε τον Καποδίστρια. Πρέπει όμως να θεωρηθεί εξ ίσου βέβαιο ότι και ο Καποδίστριας, εμπιστευόμενος την ασφάλεια και την ελευθερία του Μακρυγιάννη, του Κουντουριώτη, του Μιαούλη, του Δεληγιάννη, του Λόντου, του Μαυρομιχάλη, του Ζαΐμη και τόσων άλλων εντίμων Ελλήνων στη διακριτική εξουσία του Βιάρου, του Αυγουστίνου, του Γιαννετά, δεν προσέβαλλε και δεν αδικούσε πρόσωπα, αλλά αδικούσε το Έθνος.

Η αντίληψη πως ο Καποδίστριας, εγκρίνοντας ή και απλώς ανεχόμενος τις πράξεις του Αυγουστίνου, του Βιάρου, του Γιαννετά, του Σπηλιάδη, αδικούσε το Έθνος, ήταν ριζωμένη σε πολλούς και μάλιστα συνετούς Έλληνες.

Το γιατί ο φίλος του Καποδίστρια εντιμότατος Κυριακίδης και ο γνωστός για τη σοφία του και την εντιμότητά του Κοραής, έφτασαν στο σημείο να γράψουν αυτά που έγραψαν για τον Καποδίστρια το καταλαβαίνομε, αν με λίγη προσοχή διαβάσουμε τα συμπεράσματα διακεκριμένου νομομαθούς της εποχής μας, ο οποίος, αφού εξήτασε μεθοδικά την κατάσταση που διεμόρφωσε η Καποδιστριακή Κυβέρνηση, έγραψε:

«Αντί ετέρας δε αναλύσεως του συμπεράσματος, δέον ούτως παρατεθούν τα γενικά χαρακτηριστικά στοιχεία της Καποδιστριακής πολιτείας εις τον τομέα της δικαιοσύνης, το γόητρον της οποίας ου μόνον εμειώθη, αλλ’ ουσιαστικώς κατελύθη. Ούτω διαπιστούται: 1) Καταστροφή της δικαστικής ανεξαρτησίας. 2) Κατάργησις των νομίμων βαθμών δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. 3) Σύστασις των εξαιρετικών δικαστηρίων. 4) Χορήγησις δικαιώματος ψήφου μόνον εις τους παρά του Κυβερνήτου διοριζόμενους δικαστάς. 5) Απάλειψης της δημοσιότητας των συζητήσεων. 6) Κατάργησις της προφορικότητος της διαδικασίας. 7) Ενίσχυσις της δικαιοδοσίας των Αστυνόμων. 8) Μετάπτωσις του βάρους της ποινικής δίκης από της κυρίας συζητήσεως εις την προδικασίαν. 9) Προσπάθεια επικρατήσεως της εξεταστικής αρχής αντί της συζητητικής.

Εξ αυτών προκύπτει αναντιρρήτως ότι η ιδέα της Δικαιοσύνης και της αληθούς Δημοκρατίας, ήτις εγεννήθη και εγαλουχήθη εν Ελλάδι, κατελύθη υποκατασταθείσα δια της τυραννίδας».

Η ισχύς του Καποδιστριακού Κράτους, την οποίαν ο Καποδίστριας είχεν εμπιστευθεί στους αδελφούς του Αυγουστίνο και Βιάρο και στον φίλο του Γιαννετά οδήγησε τους Μαυρομιχαλαίους στην κατάσταση την οποίαν περιγράφει ο στρατηγός Μακρυγιάννης με αυτούς τους λόγους:

«Από τη φυλακή έβγαλε ο Κυβερνήτης μόνον τον αδελφόν του Πετρόμπεη, τον Κωσταντήμπεη και τον Γιωργάκη Μπεζαντέ, το παιδί του. Βγαίνοντας από την φυλακή, δεν τους έλεγε να πάνε όθεν αλλού ήθελε ο Κυβερνήτης, να μην είναι μέσα εις τ’ Ανάπλι τους άφησε εκεί. Τους πλάκωσαν οι δανεισταί τους, τους γύρευαν το δικό τους. Δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Εγώ είχα δανείσει τρακόσια γρόσια τον Γιωργάκη μέσα εις την χάψη να φάνε ψωμί. Τότε αυτούς τους καταφρόνεσε πολύ ο Κυβερνήτης και τ’ αδέλφια του, ανθρώπους με μεγάλους αγώνες και θυσίες στην πατρίδα. Αποφάσισαν να σκοτώσουνε τον κυβερνήτη και να πεθάνουν».

Οι Μαυρομιχαλαίοι καταδικασθέντες από τον Αυγουστίνο και τον Βιάρο στον εξ ασιτίας θάνατον δεν ανεγνώρισαν την ποινή αυτή ως νόμιμη κατέφυγαν στον νόμο τον ισχύοντα στη Μάνη από τον αιώνα της πτώσεως του Βυζαντίου, στο νόμο δηλαδή της αυτοδυνάμου ικανοποιήσεως του αδικουμένου.

Για την πράξη τους αυτή ο Κυψελιώτης έστρεψε εναντίον τους τα πάρθια βέλη του, αλλά οι ευθυνόμενοι για το κύρος της εγκρίτου εφημερίδος κ.κ. Ψυχάρης και Ζενάκος πιστεύουν ότι οι άθλοι του Κυψελιώτη εναρμονίζονται με την ιστορία του βήματος;

Παραπομπές
1.
Δ. Ρώμα, Αρχείου τ. 2, σ. 338.


[ Αν. Κουτσιλιέρης ] Επιστολή κ. Νικολούδη ] Μηνύματα ]