Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

Επικοινωνία

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ

1. Σ’ ένα χωριό γεννήθηκα
και το ’χω στην καρδιά μου,
ποτέ δεν τ’ απαρνήθηκα
κι ας βρίσκεται μακριά μου.
2. Βοίτυλο ονομάζεται
στο κέντρο μες τη Μάνη,
σ’ ένα μπαλόνι λιάζεται
κανόνι δεν το φτάνει.
3. Εκεί τα σπίτια έχουνε
όλα τους τις καμάρες,
με πολεμίστρες στέκουνε
και βροντερές αμπάρες.
4. Τους πύργους τους γκρεμίσανε
στου Φέδερη τα χρόνια,
γιατί οι νέοι πήγανε
και φόρεσαν γαλόνια.
5. Τις ρούγες του θυμόμαστε
και τα ξεφωνητά μας,
στ’ αλώνια του κρυβόμαστε
μέσα στη θεμονιά μας.
6. Τις γριές ακρομαζόμασταν
μ’ αρχαίες ιστορίες,
τα βράδια που καθόμασταν
σε ρούγες και πλατείες.
7. Στις εκκλησιές που γιόρταζαν
σπερνά μες τα πανέρια,
αντίδωρα εμοίραζαν
και του παπά τα χέρια.
8. Παλιά μοιράζανε ψωμιά
σε μακρινά ξωκλήσια,
δίναν στο κόσμο και τυριά
που ήταν τουλουμίσια.
9. Αργότερα τ’ αλλάξανε
και άρτους κουβαλάνε,
που φουρναραίοι φτιάξανε
παπάδες ευλογάνε.
10. Στη θάλασσα πηγαίνανε
όλα τα καλοκαίρια,
χοντρόρουχα ξεπλένανε
με κόπανους στα χέρια.
11. Μαζί με τις μανάδες μας
και με τα σώβρακά μας,
κοντά με τους ψαράδες μας
στα καθαρά νερά μας.
12. Στο Χαραμπό πηγαίνανε
σύρε πήγαινε έλα,
και εις την πλάτη είχανε
μια ξύλινη βαρέλα.
13. Νερό για να γεμίσουνε
τις πήλινες πυθάρες,
που για δροσιά τις είχανε
σε σκιερές καμάρες.
14. Γυναίκες κάναν τις δουλειές
άντρες στα καφενεία,
φρόντιζαν γέρους και γριές
οι άλλοι στα χαρτία.
15. Άντρες δουλεύουν το υνί
και στο λιοτριβείο,
αυτές δεν είχανε φωνή
δεν έπαιρναν μπραβείο.
16. Άντρες βαρούσαν το σφυρί
και βγάζανε φουρνέλα,
τρώγοντας ψωμί, τυρί
και κάποτε σαρδέλα.
17. Οι άντρες τουφεκίζανε
ορτύκια και τρυγόνια,
κάποιοι ξεμυτίζανε
στο θέρο και στ’ αλώνια.
18. Όλοι την φτώχεια είχαμε
φίλη και συντροφία,
και σιλουέτα κάναμε
με την φιλοσοφία.
19. Στο σχολειό με κατσαρόλι
τα παιδία το πρωί,
πίνανε το γάλα όλοι
και μετά η προσευχή.
20. Πιο πρωί για τις κατσίκες
να τις πάμε στο λουρί,
η ζωή δεν είχε γλύκες
χρώσταγαν και το τυρί.
21. Σκάβανε κι οργώνανε
όλοι τα λουρία τους,
σπέρνανε, καμάρωναν,
για την εσοδεία τους.
22. Στο λιομάζωμα σπειρία
χαμολόγια μάζευαν,
όλα τα μικρά παιδία
με ραμία πάλευαν.
23. Όλοι τους είχαν ζωντανά
κοντά κι γεωργία,
κλάδευαν χοντρά, λιανά
κούτσουρα για φωτία.
24. Πυρώναμε, τα χέρια μας
δίπλα από το τζάκι,
είχαμε τα λυχνάρια μας,
λάμπες και φαναράκι.

25. Βρόνταγε πέφταν κεραυνοί
τους παγερούς χειμώνες,
άνοιγαν ουρανού κρουνοί,
νερά σούρναν κοτρόνες.

26. Βουϊζαν τα λαγκάδια μας
η φύση με μανία,
φρόντιζε τα λιβάδια μας
και την ευδαιμονία.
27. Άνοιξη στολιζότανε
γη μέσα στα χρώματα,
το Βοίτυλο βρισκότανε
όλο μες τ’ αρώματα.
28. Μέλισσες κυνηγούσαμε
πιάναμε και κουβάρια,
με τις κλωστές κρατούσαμε
τα κάναμε σαμάρια.
29. Οι μέλισσες να κάθουνται
απάνου στα πλευρά τους,
και δύο-δύο πιάνουνται
στα φτερουγίσματά τους.
30. Ο θερισμός ερχότανε
μέσα στο καλοκαίρι,
με φιλικά γινότανε
δρεπάνια ’χαν στο χέρι.
31. Χερόβολα τα κόβανε
τα τύλιγαν λιμάρες,
τις θεμωνιές τουρλώνανε
σα να ’τανε καμάρες.
32. Σβουνιά στ’ αλώνια βάζανε
κι άχιουρα για να στρώσουν,
κυλίντρια τα πατάγανε
δάπεδο να ισιώσουν.
33. Τα στάχυα αλωνίζανε
άχιουρα λιχνίζανε
και τον καρπό φτυαρίζανε
καλά τον καθαρίζανε.
34. Με γεργάθια κουβαλούσαν
τ’ άχιουρα στο ντρίνικα,
τα παιδία πιλαλούσαν
κι έπιαναν το τζίτζικα.
35. Είχανε τις φραγκοσουκιές
να τρώνε τα μπουζία,
τρώγαν φραγκόσυκα μπουκιές
μεγάλοι και παιδία.
36. Σύκα πολλά μαζεύανε
ασκάδια για τσαπέλες,
για όλ’ αυτά δουλεύανε
μονάχα οι κοπέλες.
37. Τα λούπινα τα βράζανε
κάτου στη Χαρανιάστρα,
κι έπειτα τ’ απλώνανε
σε μια μεγάλη λιάστρα.
38. Μες τα σακιά τα πλάκωναν
να μη τα παρ’ το κύμα,
τα λούπινα τα γλύκιαναν
τα τρώγαμε με πείσμα
39. Στο Λαγκάδι Βοιτυλιώτες με στίχους τραγουδούσαν:
«Βρε παλιοκελεφιώταροι, βρε λουπινοχαφτάδες
που τρώτ’ τα λούπινα χουφτιές και το μπαρούτι οκάδες».
40. Απέναντι Κελεφιώτες σ’ αυτούς ανταπαντούσαν:
«Βρε παλιοβοιτυλιώταροι, βρε λουπινοχαφτάδες
που τρώτ’ τα λούπινα χουφτιές και το μπαρούτι οκάδες».
41. Όλα αυτά τελειώσανε
και όνειρα γινήκαν,
οι άνθρωποι απλώσανε
απ’ όλους ξεχαστήκαν.
42. Το Βοίτυλο ρημώθηκε
χειμώνα μένουν λίγοι,
ο κόσμος ξεσπιτώθηκε
τα Καλοκαίρια σμίγει.
43. Τώρα που συρρικνώθηκε
δεν έχει και σχολεία,
με τα χωριά ’ξιώθηκε
να γίνει Δημαρχία.
44. Με χίλια ζόρια ’νώθηκαν
περίσσεψε φαγωμάρα,
καλά-καλά δεν στρώθηκαν
και ήρθε η σφαλιάρα.
45. Η Δημαρχία έγινε
για μια τετραετία
και ύστερα απόγινε
της Μάνης συνοικία.
46. «Καποδίστριας» γίνηκε
όνομα νέου νόμου,
το Βοίτυλο επνίγηκε
η έδρα πάει του χρόνου.

47. Γι’ Αρεόπολη θα πάει
η έδρα δημαρχίας,
το Βοίτυλο κρατάει
σκήπτρα ονομασίας.

48. Σ’ όλη μας την επαρχία
μία θα ’ν’ η Δημαρχία,
Οιτύλου ονομασία
και Τσίμοβας ηνία.

 (28/9/97)


Το Κάστρο της Μαΐνης ] 1) Ερήμωση Μάνης - 2) Ένωση Μάνης ] 1) Άγια χώματα - 2) Δυναμισμός Οιτυλιωτών ] [ Το χωριό μου ] 1) Μπραήμη πόλεμος - 2) Τιτάνες ] 1) Μανιάτες - 2) Μάνη και Μανιάτες ] 1) Οι Μέδικοι - 2) Ύμνος των Μεδίκων προς τους Προγόνους ] 1) Πειρατές - 2) Κουρσάροι Οιτύλου ] 1) Πύργαροι - 2) Αναμνήσεις ] 1) Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο Οίτυλο - 2) Νόστος ] 1) Προτροπή ενίσχυσης Συγραφέων - 2) Ομηρικό Οίτυλο - 3) Οίτυλο παρατηρητήριο ] Μοιρολόγι για τον εαυτό μου ]