|
Αχ! Μωρέ
Βοιτυλιώταροι, για πύργους με ρωτάτε,
σ’ όλης της Μάνης τα χωριά, στενόχωρα
κοιτάτε…
Γιατί
εκείνοι να ’χουνε, πεντάψηλους ορόφους,
πύργους με πολεμότρουπες, σε χώρες και
σε λόφους.
Γιατί εκεί
πατριώτες μου, έστησαν μπαϊράκι,
πολέμησαν τον Φέδερη, τον πότισαν
φαρμάκι.
Αντέδρασαν
περήφανα, στο τάγμα σκαπανέων,
στους πύργους τους δεν ήθελαν
χαμπήλωμα κορφέων.
Στο Βοίτυλο
δεχτήκανε τους πύργους να γκρεμίσουν,
στα δυο καλάμια όρισαν τους πύργους να
μετρήσουν.
Ο Φέδερης
τους μοίραζε γαλόνια κι υποσχέσεις,
στο κράτος θα τους έβαζε και σε
δημόσιες θέσεις.
Αν
γκρέμιζαν τους πύργους τους, γινούν
πολιτισμένοι,
πολλοί μεσίτες έταζαν δεν θα ’βγεναν
χαμένοι.
Απ’ όλους
πρωτοστάτησε Ηλίας Γιαννακάκος,
πύργους Γιατριάνων γκρέμιζε, ήταν
πιστός στο κράτος.
Οι
Βοιτυλιώτες δέχτηκαν όλοι ανεξαιρέτως,
κ’ οι σκαπανείς δουλεύανε τους
κόντευαν καθέτως.
Σε λίγους
πήγαν διορισμοί και γίνανε προξένοι,
σε Γιαννακάκο και Ζαγκλή, στη Αίγυπτο
σταλμένοι.
Τσαλαφατίνο,
Κατσανό, τις τιμές απέδωσαν,
Στρατηγέα, Ζαγκλή, Ξανθό και βαθμούς
τους έδωσαν.
Τους
πύργους που γκρεμίσανε, εις το είκοσι
επτά,
σεισμός τους αποτέλειωσε σε κάνα δυο
λεπτά.
Σήμερα ένας
σώζεται είναι του Κουναδέα.
Τσαλαφατίνου σπιτικό, το έχει Βουνισέα.
Των
Θοδωριάνων του Ζαγκλή, τον είχε
Γιωργουλέας,
και των Γιαννιάνων πύργουλα, έχει
Μπαμπονηρέας.
(20/2/98) |
Αγνάντεψα
το Βοίτυλο και ράγισε η καρδιά μου,
εγώ
εκεί γεννήθηκα στο σπίτι της γενιάς μου.
Τον
πόνεσα το τόπο μου, την Ρούγα, τα
καντούνια,
τις
γίδες μου, τα πρόβατα, που φόραγαν
κουντούνια.
Έτρεχα
στις Ασπέλιοβες και κάτου στη Βατούρα,
αρμέγαμε
τις γίδες μας, το γάλα στη βεδούρα.
Φουρνίζαν
οι μανάδες μας, φρίζαν και παξιμάδια,
έφτιαχναν
τις γαλόπιτες γιαγιάδες με τα χάδια.
Ενιώθαμε
τη ζεστασιά, της κοντοφαμελιάς μας,
γιαγιάδες
μας φροντίζανε, μες την ανεμελιά μας.
Τρέχαμε
μέσα στο χωριό, σ’ όλα τα καφενεία,
μας
στέλναν στα μπακάλικα, ψώνιζαν τα
παιδία.
Τους
κάναμε θελήματα, στις γριές και στους
γερόντους,
έπλεγαν
τις φανέλες μας και μέτραγαν τους
πόντους.
Όλες
τους είχαν αργαλειούς και φτιάχναν
πατανίες,
με
ρόκες στρίβαν το μαλλί και λέγαν
ιστορίες.
Χαρτόπαιζαν
οι γέροντες, με στοίχημα παστέλι,
τα ’γγόνια
τους χαζεύανε, για να το φάν’ εν τέλει.
Ήταν
γεμάτο το χωριό, κόσμο και μαγαζία,
παντού
αντιλαλούσανε, φωνές και φασαρία.
Μα
σήμερα ρημώσαμε, έγινε μοναστήρι
κ’ οι
Βοιτυλιώτες νιώσαμε, πως ζουν οι
καλογήροι.
(1/2/98) |