Οι
Βυζαντίνοι πολεμούν
τους πειρατές χτυπάνε,
μα τον
Καφούρη κυνηγούν
και δεν τον ενικάνε.
Καφούρης
σκιάζει τα θεριά
και μπαίνει μες τα κάστρα,
χτύπαγε όλα
τα νησιά
και τα ’κανε χαλάστρα.
Μια
’μέρα αποφάσισε
Μαϊνης να πατήσει,
το κάστρο
της λογάριασε
σ’ αυτόν να γονατίσει.
Ο
άμοιρος δεν ήξερε
πως είναι καμωμένο,
τους
πειρατές του ήφερε
και στόλο διαλεγμένο.
Ζυγίσανε
κι αράξανε
εις τον Καραβοστάσι
και οι βοσκοί τρομάξανε
κι ανέβηκαν στα δάση.
Στου
Ταϋγέτου μια κορφή
στα έλατα κρυμμένοι,
τα ζώα
κρύψανε εκεί
στα σύννεφα χωμένοι.
Και
την κορφή την λέγουνε
σήμερα στου Καφούρη
κι ανάθεμα κι αν ξέρουνε
τι ιστορία σούρει.
Καφούρης
πήγε κι έστησε
αντίκρυ απ’ το κάστρο,
καστράκι
και μελέτησε
πειρατικό ρεσάλτο.
Καφούρια
ονομάστηκε
ο τόπος της στρατιάς
κι αργότερα κει χτίστηκε
το κάστρο Κελεφάς.
Στο
κάστρο παρατήρησε
ότ’ είχανε τα πάντα,
την άμυνα
συντήρησε
είχε νερό κουμάντα.
Έβλεπε
με ανεμελιά
να ζούνε οι καστρίτες,
να πίνουν να ’χουν και φουρνιά
οι ήρωες ακρίτες.
Ήτανε
κάστρο διαλεχτό
κάστρο οχυρωμένο,
δεν είχε
διάβα ανοιχτό
να γίνει κουρσεμένο.
Είχε
κακά περάσματα
μονάχα στενοχούρι
και κακοσκάλι αρκετό
να διώξει τον Καφούρι.
Κανένας
δεν την πάτησε
την ένδοξη Μαΐνη,
στα σίδερα
ελύγησε
με τον Βιλλαρδουϊνη.
(3/2/98) |
Για κούρσο
ετοιμάζομαι, ρε μάνα για να πάω,
τον κίνδυνο μοιράζομαι, δεν έχω τι να
φάω.
Η φτώχεια με
κατάντησε, τα πλοία να κουρσεύω,
να περπατώ στα κύματα, εχθρούς μου να
μαγεύω.
Αφήνω την
σπηλιάκα μου, και την αητοφωλιά μου,
μαζί με τα συντρόφια μου, και την
αρματωσιά μου.
Ξανοίγομαι
στα πέλαγα, στης βάρκας μου το χάδι,
και σαν γυρνώ στο Βοίτυλο, την κουβαλά
καράβι.
Ανθρώπους
δεν σκοτώνουμε, πεθαίνουν απ’ τον
τρόμο,
άλλοι βουτούν στην θάλασσα ανοίγοντας
τον δρόμο.
Και το
καράβι παρατούν, στα χέρια τα δικά μας,
και ’μεις ανοίγουμε πανιά, να πάμε στην
σπηλιά μας.
Την
κουρελού να στρώσουμε, και φως με την
λυχνάρα,
τον κούρσο να μοιράσουμε, χωρίς φωνή κι
αντάρα.
Η φτώχεια
τους κατάντησε, τα πλοία να κουρσεύουν,
ολημερίς στα πέλαγα, τον κούρσο τους
γυρεύουν.
Αν τύχη και
με πάρουνε τα όπλα των εχτρών μου,
στο Βοίτυλο μη κλάψουνε, στους πύργους
των δικών μου.
Από μικροί
’μεις μάθαμε, θάνατο ν’ αψηφάμε,
και μες την μάνα θάλασσα, να ζήσουμε
ζητάμε.
Εκεί θ’
αφήσω την πνοή, που μου ’δωσε η φύση.
και το ταλαίπωρο κορμί, τα ψάρια θα
ταΐσει.
(17/6/00) |