|
ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Ο ΒΛΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΑ
ΛΕΜΟΝΟΠΟΡΤΟΚΑΛΑ
Μία βολά ήτα ένας βλάχος κι
έβοσκε τα γιδοπρόβατά του. Από κάτου από
τη μ πλαγιά έλεπε τη θάλασσα.- Κάρμα (κάλμα,
ηρεμία)... μπονάτσα. Είδιε ένα καράβι που
επέρνα με τη μπονάτσα. - Α, τι ωραία
ταξιδεύει όγοιος έναι εκεί μέσα. Λέπει
κι άλλο γ κόσμο. Δεν έπαιρνα και 'γώ ένα
καράβι, να ταξιδεεεύου!...
Ο βλάχος επούλησε τα
αρνοκάτσικα και τα γιδοπρόβατα και πήρε
καράβι. Με τα υπόλοιπα λεφτά αγόρασε
λεμονοπορτόκαλλα. Εταξίδεψε, τόνε
πχιάνει φορτούνα. Αναυάγησε. Δεν είχε
υπολογίσει τη φορτούνα. Επλέασι τα
λεμονοπορτόκαλλα... Εκατάφερε εγλύτωσε ο
βλάχος. Πού να αναζυγώσει σε θάλασσα.
Εκατάφερε εξανακονόμησε ένα κοπάδι.
Τόβοσκε. Μία μέρα εκεί που τάβοσκε είχε
μία λαδεία (ηρεμία στη θάλασσα - ενν.
μεγάλη)!..
Και λέπει να περνά ένα καράβι
με τη μπονά τσα.
- Αμή δε με ξαναγελάς. Τ'
αρνοκάτσικά μου λεμονοπορτόκαλα δεν τα
κάνου πάλι... Τώρα εδώ το λέει
πουρναρόριζα, παλιοθάλασ σα. Αμή τί
νομίζεις; Ότι είνιε καΐκια να ντα σπάς
στο βράχο και λεμονοπορτόκαλλα να ντα
κυλάς στο κυμοθάλασσο. Δε με ξαναγελάς!...

|