Εκδοτικό σημείωμα ] [ Με τα αιγοπρόβατα ] 17η Μαρτίου ] Τα πιστόλια... ] Ταβέρνα Λαλούδες ] Κ. Νάντια Σερεμετάκη ] Η Μανιατοπούλα... ] Ο Βλάχος... ] Καρδαμύλη ] Το πιστόλι... ] Μανιάτικη Διπλωματία ] Η στάση των... ] Άνθη και Φυτά... ] Οι όμορφες... ] Η ιστοσελίδα... ] Γυμνάσιο - Λύκειο... ] Τρέχει σαν... ] Κάστρο Πασσαβά ] Λας ] Χωσιάρι ] Πυγμαχικοί θρύλοι ] Η ιστορία της... ]

 

Κεντρική
Επάνω

 

Επικοινωνία


Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο

Τηλέφωνα
27330 53670 &
210 7622266

Κατασκευή ιστοσελίδας
Γ.Η. Βενιζελέας

ΜΕ ΤΑ ΑΙΓΟΠΡΟΒΑΤΑ

Η ΒΟΣΚΗΣΗ
Ο απασχολούμενος συστηματικά με τη βόσκηση προβάτων και γιδιών λεγότανε τσοπάνης. Η βόσκηση γινότανε όλο το χρόνο. Από ενωρίς το πρωί, όλο το "φώτημα", το χάραγμα, μέχρι το σούρουπο. Ο τσοπάνης τις νύχτες έμενε συνήθως στο σπίτι του. Τα πρόβατα ή τα γίδια τα 'κλεινε στο "γαλάρι". Το γαλάρι ήτανε μάντρα σκεπασμένη ή σπηλιάκι με τοίχο στη μπροστινή μεριά. Τα περισσότερα κοπάδια είχανε σκυλί. Πολλές φορές το καλοκαίρι ο ίδιος ο τσοπάνης φύλαγε τα πρόβατα ή τα γίδια τις νύχτες για να μην τα φάνε οι λύκοι, ή άλλα αγρίμια. Τον χειμώνα τα πήγαινε σε καλές βοσκές. Τις πολύ κρυανές ημέρες τα κράταγε στο μαντρί ή στο γαλάρι και τα τάιζε με σανό, τριφύλλι ή βήκο. Τέτοια γαλάρια-σπηλιές στην περιοχή Οιτύλου ήτανε: Στην Κολομήνιτσα του γέρο Δημητράκου. Στο Μοναστηράκι του Μπατσινίλα. Ανατολικότερα προς το ρέμα του "Σκατέα", κοντά στο Σωτήρα βρισκότανε το γαλάρι του Γιώργη του Μπατσινίλα. Όλα αυτά ήτανε σίγουρα γαλάρια. Δε θέλανε φύλαγμα τη νύχτα. Η Τριψιάνα ήθελε φύλαγμα. Ο τσοπάνης τον χειμώνα φόραγε μια κάπα (τραχούσα ή τριχούσα). Ήτανε υφαντή στον αργαλειό από τρίχα γίδας και το υφάδι και το στημόνι. Μονοκόμματη σε σχήμα τσουβαλιού, ανοιχτή μπροστά. Μεταξύ των ώμων ήτανε ραμμένη. Μόλις τελείωνε η ύφανση της τραχούσας, πριν τη ράψουνε, την στέλνανε στην τριβή σε ποτάμι ή την τρίβανε μόνοι τους. Βάνανε τρεις τάβλες σαν χαντάκι και καθόντουσαν δύο άντρες αντικριστά. Κυλάγανε το χοντρό, πυκνό υφαντό, πατώντας το και αλλάζοντας τη θέση και από τις δύο όψεις, ενώ ταυτόχρονα γυναίκες ρίχνανε πολύ νερό χλιαρό (όχι ζεματιστό) για να τριφτεί η τραχούσα. Με την τριβή κλείνανε οι πόροι και γινότανε αδιαπέραστη από τη βροχή. Η τραχούσα ήτανε ρούχο απαραίτητο για τον τσοπάνη το χειμώνα. Ένα άλλο χρήσιμο ρούχο για τον τσοπάνη ήτανε η κάπα. Μάλλινη, υφαντή έπεφτε πάνω του σαν ράσο. Έχει σχήμα παλτού με κουκούλα στο κεφάλι. Πιο χοντρή από την τραχούσα, ήτανε πιο ζεστή αλλά την διαπερνούσε η βροχή. Ρούχο περισσότερο κατάλληλο για το κρύο παρά για την βροχή. Έφτανε ως τα γόνατα αντίθετα με την τραχούσα που ήτανε ποδήρης μέχρι τους αστραγάλους. Απαραίτητη για τον τσοπάνη ήτανε και μια τσάντα πέτσινη με δύο θήκες και κρεμαστή με λουρί στον ώμο καθώς και ο ντουρβάς (ταγάρι) κρεμαστό στον ώμο. Στην μία θήκη της τσάντας έβαζε ο τσοπάνης το ψωμί, το τυρί, σκόρδα ή κάνα ξερό κρεμ μύδι, ελιές, κάνα μπουκαλάκι λάδι, αλάτι κ.λπ. Στην άλλη θήκη έβαζε ορισμένα εργαλεία ή χρήσιμα αντικείμενα. Μαχαίρι, σακοβελόνα για να ράβεται, σουβλί, κουβαράκι με νήμα, κλωστή, τσακμακόπετρα για να ανάβει φωτιά, φυτίλι κ.λπ. Νερό είχε μαζί του σε νεροκολοκύθα (φλασκί) ή σε νεράσκι, μικρό δερμάτινο σάκο. Οι τσοπάνηδες φοράγανε τσαρούχια (γουρουνοτσάρουχα) και κρατάγανε γκλίτσα, γιατί με το γυριστό κεφάλι της γκλίτσας πιανότανε εύκολα το πρόβατο ή το αρνί από το ποδάρι. Το κέρδος του τσοπάνη έβγαινε από το πούλημα των αρνιών, από το γάλα που συνήθως το κάνανε τυρί και από το μαλλί των προβάτων.

ΤΟ ΑΡΜΕΓΜΑ
Το άρμεγμα άρχιζε την Άνοιξη (ίσως και από τον Φλεβάρη) όταν πουλάγανε τα αρνιά και περίσσευε το γάλα. Το άρμεγμα γινότανε δύο φορές την ημέρα. 'Όταν αρμέγανε το γάλα το μαζεύανε στη βεδούρα. Ένα ξύλινο δοχείο στενό πάνω και φαρδύ κάτω για να μην ανατρέπεται εύκολα. Από τη βεδούρα το βάζανε στο καζάνι για να φτιάξουνε τυρί.

ΤΟ ΤΥΡΟΚΟΜΗΜΑ
Γινότανε συνήθως στη στάνη, στο γαλάρι αλλά και στο σπίτι. Για να τυροκομήσουνε βράζανε το γάλα ώσπου να γίνει χλιαρό. Τότε ρίχνανε την πιτέα (πυτιά). Το σκεπάζανε αρκετή ώρα στο χαρανί (καζάνι) για να πήξει. Μετά το βάζανε σε τρυπητά πανιά (τσαντίλες) για να στραγγίξει. Με διαφορετική κατεργασία βγάζανε τη μυζήθρα, το βούτυρο, το ξινόγαλο κ.λ.π. Το έτοιμο τυρί το βάνανε σε ασκιά με άλμη (αλατόνερο) για αυτό λεγότανε τουλουμοτύρι και τουλουμίσιο από το "τουλούμι" που σημαίνει ασκί. Το φυλάγανε όμως και σε πιθάρια, λαγήνες και τενεκέδες, πάλι βουτηγμένο σε αλατόνερο.


Προηγούμενη Επόμενη