Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

του Γιώργου Π. Δημακόγιαννη

Οι τσεκουριές
Απ' τον Ταΰγετο κατέβηκε λάβρος στο χωριό του ο 25χρονος (τσοπάνος) Παναγιώτης σε μια εποχή, όχι πολλές δεκαετίες πριν. Άνοιξη θέλεις κι ο βουνίσιος αέρας... του 'χαν ανοίξει την όρεξη για να βρει το ταίρι του. Ορφανός από πατέρα όμως και με συγγενείς ξενιτεμένους, παραβίασε ανυπόμονα όλους τους παραδοσιακούς μανιάτικους τύπους και βρέθηκε ο ίδιος, ενώπιος - ενωπίω, με τον πατέρα της κόρης που είχε βάλει στο μάτι!
- Την κόρη σου θέλου για γυναίκα μου, είπε τελείως διπλωματικά, στον πατέρα της, στο καφενείο του χωριού, θα μου τη δώσεις λοιπόν;
- Σ' ευχάριστου του 'πε εκείνος για την τιμή, αλλά να ρωτήσου και το σπιτικό μου, την κόρη μου α(ν) σε θέει (θέλει), τη γυναίκα μου και τους δικούς μου. Και βλέποντας τον αδημονούντα νεαρό συνέχισε: Τι τα θες βρε Παναγιώτη, να ξέρεις πως με μια τσεκουριά δεν πέφτει το δέντρο! Κι ο άλλος:
- Μωρέ μη σε νοιάζει κι εγώ μπορού... να ρίχνου τσεκουριές όλη τη νύχτα!

Ο... Αθηναίος
Πήγε στην Αθήνα, να μαθητεύσει κοντά σε συγγενή του επιχειρηματία, ο έφηβος Μανιάτης κι όταν γύρισε μετά 2ετία, στο χωριό του τα μυαλά του είχαν αλλάξει... σαν γνήσιος πρωτευουσιάνος. Όταν πέρασε από τη ρούγα του χωριού, ήταν στη σειρά οι γερόντισσες και οι νεώτερες, κι εκείνος ο έρμος:
- Θεία Σταύραινα (απευθύνεται στη θεία του!) δε σε γνωρίζου, ούτε σένα, ούτε καμία ζας δε γνωρίζου, ήμου(ν) δύο χρόνια στην Αθήνα, δε σας ξερού. Έμεινε παροιμιώδες!

Ελιές και... λάκκοι
Μέρες της σημερινής, χειμωνιάτικης ερήμωσης στο μικρό χωριό της Μάνης, κι όξου απ' το καφενείο άραξε ημιφορτηγάκι γεμάτο δεντρύλλια ελιές. Ελάχιστοι, γέροντες οι περισσότεροι, στο καφενείο, κι ένας ρωτά τον έμπορα:
- Τι πουλάς εσύ... κορώνα μου;
- Ελιές μπάρμπα, έτοιμες για φύτεμα. Κι ο άλλος:
- Μήπως πουλάς και... λάκκους;
(Του 'πε δηλαδή πως κι αν αγοράσουμε ελιές ποιος θα σκάψει για να τις φυτέψουμε!...).

Δίκια κι άδικα
Όλο το χωριό έχει μαζευτεί στο σπίτι μιας οικογένειας που αναπάντεχα έχασε και θρηνεί ένα μόλις 8χρονο παιδί, θρήνος και οδυρμός για το «μικρό κανόνι (που) εκρέπαρε και ξαρματώθη κάστρο» (όπως έλεγε παλιό μανιάτικο μοιρολόι για τα σερνικά παιδιά που πέθαιναν μικρά και δεν είχαν στην οικογένεια άλλα αγόρια).

Στη σειρά, γύρω από το μικρό φέρετρο, μοιρολογίστρες κάθε ηλικίας, νεώτερες και παλαιότερες, κι ανάμεσα τους μια στεγνή γερόντισσα απ' το χωριό, που 'χε ξεχάσει... πότε ήρθε στη γη. Εκατό χρόνου και πλέο, αλλά παρ' όλα αυτά είχε θέση στο κλάμα και στο ξενύχτι!

Σε μια περασμένη ώρα όταν κόπασε ο θρήνος, ένας παριστάμενος συγγενής βουβά έστρεφε το βλέμμα γύρω και σταμάτησε... στη γριά:
- Κοίτα λέει (χωρίς ίσως να καταλαβαίνει ότι σκέφτεται φωναχτά), λες ο Μεγαλοδύναμος δεν είχε άλλους να πάρει! Κι η γριά που, σαν «τον έξω από εδώ» τον άκουσε (ενώ γενικώς δεν άκουγε!) του αποκρίθηκε αμέσως:
- Ε, κειδά, εσύ τι θέεις (θέλεις) και ανακατώνεσαι στις δουλειές του θεού....

Των Μπουλαριών
Τελειώνοντας σας παρουσιάζουμε τρία έξοχα σατιρικά στιχουργήματα που αναφέρονται στο χωριό του Γιάννη Λ. Μαντούβαλου, στους Μπουλαριούς της Δυτικής Μέσα Μάνης - τα αναφέρει ο ίδιος στο σπουδαίο νεοεκδοθέν βιβλίο του «Το Οδοιπορικό των Μπουλαριών, Διπόρου Μέσα Μάνης»:

Πάμε στους Πάνω Μπουλαριούς
πούν' το καλό χωρίο
πούχουν οι περισσότεροι
από γυναίκες δύο.
Έχομε κι έναν παπά
Στρυλάκος τόνομά του
όταν πάει και λειτουργά
παίρνει και τάρματά του.
(Μνήμη του πατέρα του γράφοντος Λυκ. Μαντούβαλου)

Ένα άλλο αναφέρεται στους Μπουλαριούς και σ' άλλα γειτονικά χωριά, όπου η ανώνυμη σατιρική μούσα χλεβάζει με τσουχτερά διφορούμενα επίθετα το κάθε χωριό αντίστοιχα:

Πάνω Μπουλαριοί Οβραίοι
και οι Κάτου Μουτζουραίοι
τ' Άλικα οι ασπροβρακάδες
κι οι πλατυοπουκαμισάδες
τα Τσουκαλιά τα τούμπανα
κι η Βάθεια η καπνισμένη
και τα Κορογονιάνικα
οι κρεμυδοσκασμένοι.

Σ' ένα ακόμα τέτοιο σατιρικό στιχούργημα, άγνωστης εποχής και ανώνυμου δημιουργού, αναφέρονται, οι Πάνω Μπουλαριοί ότι είχαν κάποιο παπά αγράμματο που έχασε τις μέρες του Πάσχα, που τις μέτραγε με κουκιά, που τάχε σε μια κολοκύθα, και ενώ είχε φτάσει η Λαμπρή, ο παπάς αγρόν... ηγόρασε:

Λαμπρή στους Πάνω Μπουλαριούς
Λαμπρή και στους Κάτου
Λαμπρή και στο Δρυ
μα του παπά η κολοκύθα
δεν τ’ ομολογεί.

Μέτραγε ο παπάς τα κουκιά της κολοκύθας από τη Σαρακοστή, αφαιρώντας κάθε μέρα ένα από την κολοκύθα, και περίμενε έτσι τη Λαμπρή, μα η παπαδιά, χωρίς να ξέρει το μυστικό του παπά, του ‘ριξε κι άλλα κουκιά στην κολοκύθα, κι ο παπάς έχασε το μέτρημα των κουκιών, γι’ αυτό ξέχασε τη γιορτή του Πάσχα!


[ Ανέκδοτα Α' ] Ανέκδοτα Β' ] Ανέκδοτα Γ' ] Ανέκδοτα Δ' ] Ανέκδοτα Ε' ] Ανέκδοτα ΣΤ' ] Ανέκδοτα Ζ' ] Διδακτικές Ιστορίες Α' ] Διδακτικές Ιστορίες Β' ] Τα Κεσέμια ] Ο Γιατρός ] Ανέκδοτα Εξωχωρίου ]