Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Τις παρακάτω ιστορίες αναδημοσιεύουμε από το περιοδικό ποικίλης ύλης "ΤΑΥΓΕΤΟΣ", που εκδιδόταν από το Σύνδεσμο των Εξωχωριτών Αττικής  "Η ΑΝΔΡΟΥΒΙΣΤΑ", έτος 1978.

Ο Εγγλέζος
1941 μήνας Μάης. Οι Εγγλέζοι προσπαθούν να φύγουν με ό,τι μέσο βρίσκουν στην Κρήτη, στο Κάιρο πιεζόμενοι από τη Γερμανική καταιγίδα. Σκόρπισαν στα ρέματα και στα ρουμάνια της Δυτικής Μάνης, πολλοί πέρασαν και από το Ξεχώρι. Ήταν δύσκολο να συνεννοηθούμε διότι λίγοι ή ελάχιστοι γνώριζαν το 1941 Αγγλικά. Στο καντούνι της Δροσιάς (μακαρίτη Χρήστου Κυβελέα) στο Νίκοβο γίνεται συζήτηση να βοηθήσωμε τους Άγγλους. Αμέσως μια ομάδα παιδιά, γέροι και νέοι σηκώνονται να πάνε έξω από το χωριό να ψάξουν να βρούν ξεκομένους Εγγλέζους να τους βοηθήσουν, με διερμηνέα βέβαια τον μπάρμπα Νικολάκη Καντηρέα πού εδήλωσε περήφανα και σοβαρά ότι ομιλεί την Αγγλικήν. Φτάνουν κάτω από τον Ταξιάρχη και λένε στον Νικολάκη να φωνάξη Αγγλικά να θαρρέψουν οι κρυμμένοι Άγγλοι να βγουν. Αρχίζει ο μακαρίτης να φωνάζη Ίγγλις, Ίγγλις και συνεχώς την ίδια λέξη, οπότε του λένε οι άλλοι, φώναξε και κάτι άλλο διότι δεν θα πιστεύουν. Οπότε φωνάζει Ίγγλις Νικολάκης εδώ, Τσικάγο έκαμε, βγέτε μη φοβόσαστε, με κείνη την υποτονική και σιγανή φωνή του.

Το βάρεμα...
Η σκηνή μπροστά στου Κουμουτσέα μετά τον Πόλεμο. Περνούσε ο μακαρίτης Φώτος Καντηρέας επωνομαζόμενος Φώτος Μπέης. Του επετέθη η μακαρίτισσα η Κουμούτσενα λέγοντας, ρε Φώτο δεν ντρέπεσαι να τα βάζης με το παιδί; Εννοώντας το Μήτσο διότι η μακαρίτισσα έχοντας επίγνωση της κατάστασής τους, τα έλεγε και τα εθεωρούσε παιδιά. Ο μακαρίτης αιφνιδιάσθη λέγοντας, ποιο δεν ξέρω τι μου λέεις, δεν πείραξα κανένα παιδί. Αλλά ο Μήτσος που αντελήφθη την ενέργεια της μάνας του τρέχει με τη μαγκούρα και της φωνάζη «μωρή μάνα δεν με βάρεσε φτούνος ο Μπέης, του Ποτάτση του Αβραμέα ο Μπέης» (δηλ. ο αναδεξιμιός του μεγάλου του Μπέη) ο οποίος ήτο ηλικίας εξ ετών τότε.

Το κονισματάτσι
Η συντροφιά ανηφόριζε στον Τζέρο για τη Σαϊδώνα. Ο Δεσπότης πάνω στο μουλάρι κι ολόγυρά του η τιμητική συνοδεία από καμμιά δεκαριά Σαϊδωνίτες που τον είχε παραλάβει από το Πραστείο. Ο Δεσπότης μιλούσε για τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Τήνου. Κι ο γερο - Ταβουλαρέας, με κείνο το ερωτηματικό Σαϊδωνίτικο ύφος:

-Έχομε τσαί μείς αφέντη μου Δεσπότη ένα κονισματάτσι!!! που θαυματουργά…για το διάβολο!!!

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, ζούσε στο Νίκοβο ένας τσοπάνης, ο Γιάννης Κατσουλέας. Είχε 120 διαλεχτά πρόβατα που τα φρόντιζε με υποδειγματική στοργή. Πήγε και γύρισε πεζός στο Αργός για κάποιο κριάρι ράτσας. Το χειμαδιό του, στα «Κατσουλέϊκα», στους «Βοϊδόσπηλιους». Έμενε εκεί ως το θεριστή και τα πότιζε από τη στέρνα που βρίσκεται και σήμερα εκεί κι ακόμα από τη «Λαφόγουρνα», απόδειξη πως στα δασωμένα βουνά μας ζούσαν κάποτε ελάφια. Η «Λαφόγουρνα» βρίσκεται στην Προσήλια - Μερέα και τους ανοιξιάτικους μήνες έχει αρκετό νεράκι.

Ύστερα σκαρφάλωνε στη Βασιλική. Εκεί, ακόμα και τα πιο άβροχα καλοκαίρια το πρόβατά του ήξεραν, μόνο αυτά, ν' αναζητήσουν το δροσερό χορτάρι στις σχισμές της Μαυροβούνας και του Παρήγορη. Κι ένα πρωί εκεί στη «Χιονότρουπα», βρίσκει ένα μικρό λυκόπουλο. Φαίνεται πως οι γονείς του είχαν εξοντωθή σε παγάνα. Το πήρε, το φρόντισε και κατάφερε να το κράτηση στη ζωή. Μεγάλωσε κοντά στα πρόβατα κι έγινε ένας λύκος ίσα μ' ένα μοσχάρι. Κι έμεινε ο μόνος φύλακας της στάνης. Ο τσοπάνης τον αγαπούσε σαν παιδί του. Μια χειμωνιάτικη βραδιά, τακτοποίησε τη στάνη και κίνησε για το χωριό. Πέρασε το «Βαθύ Λαγκάδι» και κει στου «Καλλέργη την Τίκλα», γυρίζει και βλέπει το λύκο να τον ακολουθεί. Τον μάλωσε άγρια. Κείνος, πειθαρχικός πισωγύρισε. Τον παρακολούθησε ώσπου σκαπέτησε κι ήρθε στο χωριό. Το πρωί φτάνει στη στάνη και βλέπει ένα σωρό από νεκρά πρόβατα και πλάι το λύκο να τον ατενίζη με βλέμμα περίλυπο. Η σκέψη του πήγε στο βραδυνό μάλωμα.

-Καλά λέει η παροιμία «Βάλανε το λύκο να φυλάη τα πρόβατα».

Τραβάει από το σελάχι τη διμούτσουνη κουμπούρα του και την αδειάζει πάνω στο λύκο. Ύστερα θέλει να μετρήση τα πνιγμένα πρόβατα. Ένα... δύο... τρία... επτά. Κάτω από το τελευταίο πρόβατο ένας πνιγμένος λύκος. Τότε κατάλαβε. Στο διάστημα της απουσίας του άλλος λύκος επιτέθηκε στη στάνη. Τον κατασπάραξε και τον σκέπασε με τα θύματά του.

Τόση ήταν η θλίψη του ώστε πούλησε τα πρόβατα και έφυγε για το Γαλάζι της Βλαχίας.

Πριπιτσιάνοι οι Καμπανάδες (Αληθινή ιστορία)
Γιατί τους Πριπιτσιανούς τους λένε Καμπανάδες; Την εξήγηση την έχει δώσει ο αξέχαστος «Βερόπουλος» ο Δημήτρης Φιλιππίδης, άνθρωπος βαθυστόχαστος, σοβαρός και μετρημένος που στη διήγησή του δε χωρούσε υπερβολή:

Κάποτε (στις αρχές του αιώνα μας) στο αρχοντικό του Δημάρχου Καρδαμύλης Σταύρου Πετρέα του Σεϊμένη, όπως τον αποκαλούσαν, ήρθαν σε σύγκρουση οι Πριπιτσιανοί με τους Λιασυνοβίτες.

Η παρεξήγηση πήρε διαστάσεις, οι πιστόλες ετοιμάστηκαν και προμηνούσαν μακελιό. Τυχαία βρέθηκε εκεί ο Μοίραρχος Πετρέας. Μοίραρχος δε την εποχή εκείνη είχε την αίγλη δέκα σημερινών στρατηγών. Διαβλέποντας λοιπόν τον κίνδυνο, αρπάζει αστραπιαία τη σπάθα του την ανασπά και πέφτει ανάμεσά τους.

-Εν Ονόματι του Νόμου και της εξουσίας, σας διατάσσω ν' αποσυρθήτε!

Οι Πριπιτσιανοί μ' όλο που ήταν ισχυρότεροι υπάκουσαν με σεβασμό. Οι άλλοι ήταν πείσμονες. Όμως ο μοίραρχος μετά την αποχώρηση των Πριπιτσιανών τους εξουδετέρωσε και τους έδιωξε κακήν - κακώς. Ύστερα κάλεσε τους Πριπιτσιανούς:

-Για την συμπεριφορά σας θέλω να κάνω ένα δώρο για το χωριό σας. Ότι μου ζητήσετε θα σας το δώσω.
-Καπετάνιε να μας αφήσης να σκεφθούμε. Βγήκαν έξω. Είχαν ένα καμπανάκι τόσο δα στα Πρίπιτσα. Ξαναγυρίζουν όλοι σύμφωνοι.
-Μια καμπάνα για το Σωτήρα, Καπετάνιε.
-Εν τάξει. Που θέλετε να την παραγγείλω, στην Καλαμάτα ή στην Τεργέστη;

Κι επειδή η Τεργέστη θ’ αργούσε πολύ να τους την στείλη, και κείνοι ανυπομονούσαν, την παράγγειλε στην Καλαμάτα.

Ετοιμάστηκε γρήγορα και εστάλη στην Καρδαμύλη με το καΐκι. Και μ' ένα χρόνο εγγύηση!

Συν γυναιξί και τέκνοις οι Πριπιτσιανοί την ανέβασαν σαν πούπουλο και την κρέμασαν πρόχειρα στη διχαλή μουριά που ζούσε ως τώρα τελευταία. Η δοκιμή δεν τους ικανοποίησε.

-Μια και έχομε την εγγύηση, τη σπάζομε να μας τη χύση και μεγαλύτερη;

Το έργο της καταστροφής ανάλαβε ο Στανίτης. Με μια βαρειά τη χτυπούσε ενώ ο Πέτρακας τη δίπλωνε μ' ένα θρεμμένο σακκί. Κάποτε ράγισε και μεταφέρθηκε στην Καλαμάτα. Ο μάστορας κατάλαβε τι είχε γίνει.

-Αν δεν ήταν στη μέση ο κ. Μοίραρχος θα σας έστελνα στη φυλακή!

Ζήτησαν συγγνώμη και συμφώνησαν να πληρώσουν τη διαφορά για να χυθή μεγαλύτερη. Ένα κόσκινο σμιγάδι ήταν η ειίσφορά μα ο Λευτέρης Φαληρέας, πήγε ένα (μ)πλεβρό γιατ' ήταν επιτροπή. Η Καμπάνα έγινε τέλεια και μεγάλη. Μισό και πλέον αιώνα σκόρπιζε από κει ψηλά στον αγέρα μας τη χαρά και τη λύπη. Είχε μια πολύ γνώριμη γλυκεία λαλιά η καμπάνα του Πριπιτσίου.

Έσπασε πριν λίγα χρόνια ολήμερα τη Λαμπρή, στην τέταρτη καμπανιά, στην τέταρτη τελεία του Ευαγγελίου της Αναστάσεως, στα χέρια του αξέχαστου Πότη Λιέα. Λες κι ήταν το προμήνυμα της τραγικής μοίρας που αφάνισε αυτό το σπίτι.

Το «περαιτέρω»
Η Δημοτική γλώσσα, η γλώσσα του λαού μας, νίκησε επιτέλους. Νίκησε μια Καθαρεύουσα που την επέβαλαν τυραννικά και την προστάτευαν 150 χρόνια όλοι οι παράγοντες της Πολιτικής, Θρησκευτικής και Κοινωνικής ζωής, σκορπώντας έτσι την αμάθεια και τη μειονεξία στο λαό μας. Τιμή και δόξα στους πρωτοπόρους, στους Παλαμάδες, στους Ξενόπουλους, στους Ποπαντωνίου, στους, στους. . .

Τα μεγαλύτερα βάσανα της καθαρεύουσας βάραιναν τη χωροφυλακή. Άπειρα ανέκδοτα έχουν γραφεί θ' αναφέρω ένα προσωπικό μου:

Υπηρετούσα Γραμματέας στη Χωροφυλακή στην Αλεξανδρούπολι στα 1926. Φθάνει μια αίτηση κάποιου Σταθμάρχη Κοίλων που υπόγραφε Χίτον(ς) Αλέξανδρος:

«Λαμβάνω την τιμήν να παρακαλέσω όπως μοι χορηγήσητε 4)ήμερον άδειαν ίνα μεταβώ εις το χωρίον (τάδε) και μεταφέρω ενταύθα την σύζυγόν μου Λαμπρινήν δια τα περαιτέρω».

Το «περαιτέρω» ήταν το αλάτι στα έγγραφα της Χωροφυλακής Την αίτηση την αφαίρεσε από το αρχείο ένας μοίραρχος Ανδρέου, που ήταν συλλέκτης μαργαριταριών.

ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ
Μου το διηγήθηκε ένας πολύ - πολύ έξυπνος και σοβαρός Μανιάτης, άριστα αποκαταστημένος στην Καλαμάτα, ο Μπάρμπα - Βασίλης ο Τσαλακουβέρτας ή Νικολόπουλος, όπως μετονομάστηκε όταν το κράτος από κουρέα τον έκαμε... οδοντίατρο. Γιατί κείνα τα χρόνια οδοντίατροι ήταν μερικοί κουρείς, που αργότερα το Κράτος τους έδωσε Άδεια ασκήσεως οδοντιατρικού επαγγέλματος. Πολλοί θα θυμούνται ότι στην Πλατεία Μαυρομιχάλη διατηρούσε συνεταιρικό Ιατρείο με μια επιστήμονα οδοντίατρο: Νικολόπουλος - Βαρελοπούλου:

1908. Μεγάλη Σαρακοστή: Ένας κουρελής Μανιάτης έβλεπε επίμονα τις 3 - 4 κατσαρόλες ενός μαγειρίου που έντεχνα τις είχε ξέσκεπες ο Κουτσαβίτης μάγειρας για να γαργαλίζουν τους διαβάτες. Χταπόδι - μακαρόνια, σπανακόριζο, λόπια χωρίς λάδι.

-Τι κοιτάς ρε;
-Ξέρεις τι λέω αφεντικό; Κείνη την κατσαρόλα τη φασολάδα την τρώω ούλη!
Τον κοίταξε με περιέργεια. Δεν έμοιαζε να μπορή.
-Κι αν δεν τη φας βρε;
-Αν δεν την φάου..., αν δεν την φάου, να μου βγάλης το δόντι. Ακούς δε θα τη φάου;

Δεν πολυσκέφτηκε ο μάγειρας, άλλωστε δε στοίχιζαν και πολύ μια οκά φασολιά. Μαζεύτηκε η γειτονιά να παρακολούθηση το στοίχημα. Ο μπακάλης, ο καφετζής, το γκαρσόνι, ο Κατσαούνης, ο φούρναρης, ο Κατσουλάκος, ο Υπενωματάρχης. Δεν είχε φθάσει η κατσαρόλα στη μέση και σταμάτησε.

-Δεν μπορώ άλλο αφεντικό. Δεν μπορώ. Είμαι ως τα μπούνια. Σκότωσέ με! Λεφτά δεν έχω. Όλοι γέλασαν με το πάθημα του μάγειρα. Κείνος από πείσμα, έφερε το Μανιάτη στο κουρείο του Τσαλακουβέρτα, πλήρωσε το πενηνταράκι της εξαγωγής. Άδικα τον παρακάλεσαν. Ο Μανιάτης κάθησε αδιαμαρτύρητα στην πολυθρόνα, άνοιξε το στόμα, κάτι έδειξε, το παιδί του κουρείου κρατούσε τη λεκάνη και η εξαγωγή έγινε. Μουγκρητά πόνου κι η λεκάνη βάφτηκε κόκκινη. Όλοι αγανάκτησαν. Μετανοιωμένος έδειχνε κι ο μάγειρας.

-Δε με τσερνάς, πλέο, αφεντικό ένα ρατσί να μπουκωθώ.
Βγάζει μια δεκάρα, τη δίνει στο γκαρσόνι:
-Φέρε του ένα ρακί να πάη να χαθή, είπε στενοχωρημένος.

Καθισμένος ακόμα στην πολυθρόνα ο Μανιάτης υψώνει το ποτηράκι:
-Αφεντικό σ' ευχαριστώ τρεις φορές: Μια για τη φασολάδα, μια για το δόντι που δεν είχα να πληρώσω να μου το βγάλουν και μια για το ρατσί.

Με πολύ κόπο τον έβγαλαν από τα χέρια του μάγειρα.

Μια σπάνια Μανιάτισσα
Ξεκίνησαν από τη Σαϊδώνα σκληροί σαν τα βράχια του Σαμουήλη κι ανυποχώρητοι στις αντιξοότητες της ζωής. Φορτωμένοι μόνο με όνειρα κι επιμονή, εγκαταστάθηκαν στην είσοδο της Καρδαμύλης. Εκείνος, μικρόσωμο ανθρωπάκι με βλέμμα που φανέρωνε αγαθότητα και ειλικρίνεια. Εκείνη ψηλή, γεροδεμένη, με μάτια αετίσια, μύτη γαμψή ελληνική, φωνή βαρεία, ανδρική, λίγο βραχνή. Αν σ' αυτά προστεθούν η εξυπνάδα κι η ασύγκριτη δραστηριότητα, ολοκληρώνεται μια σπάνια γυναικεία προσωπικότητα.

Στην αρχή μικρομάγαζο. Σιγά-σιγά οι δουλειές μεγάλωναν κι ήρθε στιγμή που συναγωνίζονταν τα μεγάλα καταστήματα γενικού εμπορίου της Καρδαμύλης, που στην αρχή του αιώνα μας βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή.

Ο Πέτρος πάντα στο μαγαζί. Η Πετρού σωστός σίφουνας αλώνιζε το μαγαζί όταν έπεφτε μεγάλη πελατεία. Ακόμα, με τον πήχυ στο χέρι σκαρφάλωνε με την πραμάτεια της στο Αλιούτι και στη Νούπαντη διπλασιάζοντας έτσι τη δουλειά τους. Ακόμα, αυτή θα πάη με το καΐκι στην Καλαμάτα για ψώνια, αυτή θα έχη δούναι καί λαβείν με τους χονδρεμπόρους. Η δυναμικότητα της σπάνιας αυτής γυναίκας, εξαφάνισε το «Πέτρος».

Έτσι μπορούσες ν' ακούσης τον μπάρμπα Γιώργη τον Μπουσάκο να λέη:

-Στην Καρδαμύλη πάεις; Για ρώτησε τσειδά στης Πετρούς, πόσο έχει ο Μπακαλάος.

Κάποτε λοιπόν αρρώστησε από γρίππη και πήγε ο Πέτρος για ψώνια. Μπαίνει στο εμπορικό του Κωστόπουλου - σήμερα είναι ή Τράπεζα Πίστεως - δίνει την παραγγελία: 20 πάκα νήμα, τρία τόπια ντρίλι, ένα αλατζά, κάμποτο... Οι υπάλληλοι τσακίστηκαν να τον υπηρετήσουν. Τα πράγματα ετοιμάστηκαν στη στιγμή μεταφέρθηκαν στο κάρρο που περίμενε για να τα μεταφέρη στην Ντουάνα για το καΐκι.

Πήρε το λογαριασμό, χαιρέτησε και έφευγε.
-Κύριε, κύριε, ξεχάσατε το λογαριασμό
Γυρίζει σαστισμένος ο Πέτρος. Κάποια φορά είχε ξαναπάει.
-Αδερφέ είμαι ο Πέτρος.

Οι υπάλληλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι όλοι έκαμαν μορφασμούς άγνοιας.
Ο Πέτρος; ο Πέτρος; Ποιός Πέτρος;

-Αδερφέ είμαι ο Πέτρος... της Πετρούς. Πήρε στροφές το μυαλό τους.
-Εν τάξει κ. Πέτρο και να μας συγχωρής. Πολλούς - πολλούς χαιρετισμούς στην κυρά Πετρού.


Ανέκδοτα Α' ] Ανέκδοτα Β' ] Ανέκδοτα Γ' ] Ανέκδοτα Δ' ] Ανέκδοτα Ε' ] Ανέκδοτα ΣΤ' ] Ανέκδοτα Ζ' ] Διδακτικές Ιστορίες Α' ] [ Διδακτικές Ιστορίες Β' ] Τα Κεσέμια ] Ο Γιατρός ] Ανέκδοτα Εξωχωρίου ]