Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Από το βιβλίο του Κυριάκου Κάσση «ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ»

Ο Λιβανέζος και η Μανιάτικη γη
Η πολυτελής κούρσα σταμάτησε στο καφενείο της Αρεόπολης. Στο πίσω κάθισμά της καθότανε ένας ευτραφής, μελαχροινός, πολύ καλοντυμένος κύριος. Ο οδηγός και ο διερμηνέας του κατέβηκαν κι ο δεύτερος μπήκε στο καφενείο... Ρώτησε:

«— Ρε παιδιά...Έχει κανένας κάνα οικόπεδο εδώ πέρα;».
«— Όλοι έχουμε», του αποκρίνεται ένας Κοιλάκος από τον Πύργο Δηρού με όψη αγρότη ντόπιου.
«— Εσύ έχεις;», ξαναρωτά ο ξένος. «Πόσο πουλιέται το στρέμμα;».
«— Το στρέμμα;... Τέσσερα εκατομμύρια...», λέει έτσι, «για πλάκα» ο Μανιάτης.
«— Εσύ πόσα έχεις;». ·
«— Έχω πάνω από δέκα στρέμματα».
«— Που εδώ κοντά;».
«— Κάτω προς την παραλία του Δηρού. Γιατί ρωτάς;».
«— Να, ο κύριος έξω στο αμάξι είναι Λιβανέζος. Και ψάχνει ν' αγοράσει γη. Εγώ είμαι ο διερμηνέας σου».

Βγαίνει ο διερμηνέας από το καφενείο. Πάει στο αφεντικό του και κάτι συζητούν για λίγο. Ξαναγυρίζει ο διερμηνέας στο καφενείο και κρατά ένα μπλοκ:

«—Ο κύριος λέει ότι αν θέλεις τ' αγοράζει τώρα αμέσως. Έχω εδώ ένα τσεκ για σαράντα εκατομμύρια δραχμές. Μόνο να πάμε στο συμβολαιογράφο».

Το κοίταζε ο Μανιάτης σκεφτικός. Άκουσε το ποσόν. Και θυμήθηκε την κόρη του που πέτυχε στο Πανεπιστήμιο με τόσες δυσκολίες και έμενε στην Αθήνα, ήθελε 40.000 δραχμές έξοδα για να ζει φτωχικά... Και που να τα βρει αυτός... «Σκέψου λεφτά πόχει ο κόσμος...», συλλογίστηκε.

«— Λοιπόν εντάξει;».
Η φωνή του ξένου τον ξανάφερε στην πραγματικότητα.
«— Τι εντάξει;».
«— Θα πάμε να κανονίσουμε; Να κάνομε τα συμβόλαια και να πάρεις τα λεφτά;».
«— Ποιος σου είπε, άνθρωπέ μου, ότι πουλάω. Η γη αυτή σάμπως είναι δική μου; Ο πατέρας μου, μου την άφησε. Είναι από το μπάπου του. Και αύριο θάναι των παιδιών μου. Δεν έχω εγώ δικαίωμα να την πουλήσω... Δεν την απόχτησα εγώ... Εγώ είμαι περαστικός, όπως κι άλλοι πριν από μένα. Τι μου ζητάς, λοιπόν».
«— Δηλαδή, δεν τα δίνεις;», ρώτησε ο διερμηνέας.
«— Όχι. Δεν έχεις ακούσει; «Άλλοι τάχαν, άλλοι τάχουν, κι άλλοι πάλι τα παντέχουν».
«— Βρε μυαλά που κουβαλάτε οι Μανιάτες. Σου δίνει σαράντα εκατομμύρια γι' αυτές τις ξερόπετρες και δεν τα δίνεις; Ε ρε να τάχα εγώ!... θάλυνα το πρόβλημα της ζωής μου...».

Κι έφυγε προς το αμάξι. Κάτι είπαν με το αφεντικό του, και σε λίγο έφυγαν.

Ο Αγησίλαος και τ' ανάγλυφο της Κέριας
Ο Αγησίλαος ο Μαριόλης (1893-1979) ζούσε στην Κέρια. Το σπίτι του είναι μόλις λίγα μέτρα από το παλιό Μοναστήρι του Αγιάννη που είναι χίλια χρόνια στην ίδια θέση. Ο ναός έχει πολλά αρχαία ελληνιστικορωμαϊκής εποχής, ανάγλυφα εντοιχισμένα στις πλευρές του.

Όταν το 1971 περίπου πήγανε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Σπάρτης για να βγάλουν ένα — το καλύτερο - επιτύμβιο ανάγλυφο πούταν εντοιχισμένο στην εκκλησία, βλέπουν ξαφνικά ένα γέροντα Μανιάτη να παρουσιάζεται με τ' όπλο στον ώμο και να τους λέει βλοσυρός:

«— Τι κάνετε ευτού;»
«— Να, μπάρμπα... Προσπαθούμε να βγάλουμε το ανάγλυφο...»
«— Γιατί να ντο βγάλετε και πού θα ντο πάτε; Ποιοι είστε;».
«— Είμαστε της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Σπάρτης, θα το βγάλουμε να το πάμε στο Μουσείο...».

Οι υπάλληλοι και εργάτες — 6 τον αριθμό, είχαν έρθει με τζιπάκι — δεν σκέφτηκαν ότι θα περνούσαν αυτοί από τέτοιον έλεγχο...

«— Μα, μωρέ μπάρμπα, δε μας πιστεύεις; Δεν έχομε χαρτιά μαζί μας...».
«— Σας επιτρέπω να το φορτώσετε με τον όρο ότι θα 'ρθω και 'γω μαζί με το όπλο στο χέρι... Και αν δεν το πάτε στο Μουσείο, αλλά αλλού αλλοίμονό σας!...».

Οι υπάλληλοι αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν. Ο Αγησίλαος — αυτός ήταν — ανέβηκε στο αυτοκίνητο με το όπλο... Και συνόδεψε το κλιμάκιο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ως το Μουσείο της Σπάρτης!...

Ο Καιάδας και η Αμερική
Ο Γουρδουράκος, ο κοντούλης πνευματώδης σατιρολόγος, είχε εγκαταλείψει την αγαπημένη του τευθρωνική γη κι είχε εγκατασταθεί στην Αμερική στις αρχές του αιώνα, με σκοπό να πλουτίσει όπως και τόσοι άλλοι που πήγαν με το ίδιο όνειρο.

Δυστυχώς κατάντησε σκουπιδιάρης κι έκλαιγε τη μοίρα του στους κρύους δρόμους. Στο διάστημα της εργασίας του αυτής γνώρισε έναν γέρο Έλληνα ευκατάστατο που ήταν καθηγητής της Ιστορίας εκεί.

Μια μέρα συνάντησε ο Γουρδούρος τον καθηγητή, παρέα με ομάδα από ωραίες και νεαρές μαθήτριές του Αμερικανίδες. Ο καλός καθηγητής πλησίασε τον Γουρδούρο και απευθυνόμενος στα κορίτσια είπε:

«— Να βλέπετε τον άνθρωπο αυτό; Είναι από την Σπάρτη που σας έλεγα στο μάθημα».

Μία από τις κοπέλες κοιτάζοντας με δυσαρέσκεια κι απογοήτευση τον κοντούλη, καχεκτικό από την πείνα και δυστυχία και κακοντυμένο Γουρδούρο είπε:

«— Εσείς, κύριε καθηγητά, μας είπατε ότι οι Έλληνες, οι Σπαρτιάτες, είχαν ένα σύστημα που τους έκανε να είναι ένας λαός ωραίος και γεροδεμένος: όμως δεν είναι ούτε ωραίος, ούτε γεροδεμένος».

Ο καθηγητής έβαλε τα γέλια και εξήγησε στον Γουργούρο την απορία της κοπέλας. Εκείνος του λέει γελώντας πικρόχολα:

«— Πες της ότι άλλαξε το σύστημα. Τα σκάρτα παιδιά δεν τα πετάνε στον Καιάδα. Τα στέρνουν στην Αμερική!...».


Ανέκδοτα Α' ] Ανέκδοτα Β' ] Ανέκδοτα Γ' ] Ανέκδοτα Δ' ] Ανέκδοτα Ε' ] Ανέκδοτα ΣΤ' ] Ανέκδοτα Ζ' ] [ Διδακτικές Ιστορίες Α' ] Διδακτικές Ιστορίες Β' ] Τα Κεσέμια ] Ο Γιατρός ] Ανέκδοτα Εξωχωρίου ]