Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Τα παρακάτω ανέκδοτα μας έστειλε η συμπατριώτισσα και φίλη της ιστοσελίδας, Αθηνά Η. Κοτσόβολου (a-kotsov@otenet.gr), από τα Ιωάννινα όπου διαμένει.

Διαβάζοντας τα ανέκδοτα θυμήθηκα μια αρκετά αστεία ιστορία που συνέβη πριν από πολλά χρόνια στο χωριό μου.

1. "Περνούσε ένας γυρολόγος στην περιοχή της Παλιόχωρας και πουλούσε λευκά είδη. Μια γιαγιά λοιπόν κοιτώντας το εμπόρευμα ρώτησε:
-Πόσο έχουν τα σεντόνια; -Εκατόν δέκα δραχμές γιαγιά.
-Α πολλά ζητάς. Είσαι ακριβός. Αν θέλεις τρία πενηντάρικα στα δίνω. Εκατόν δέκα όχι."

Πλήρωσε τα σεντόνια τρία πενηντάρικα και έμεινε και ευχαριστημένη για το καλό παζάρι!!!

2. Μια άλλη γιαγιά από την περιοχή που έζησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 είχε απομείνει χήρα και άκληρη. Συνήθιζε λοιπόν η γιαγιά να πηγαίνει στους γείτονες για παρέα κάθε μέρα. Στους τρόπους ήταν μελιστάλαχτη αλλά ταυτόχρονα παμπόνηρη όσο και αφελής. Η γειτόνισσα -αν και την βαριόταν αρκετά- ήταν ευγενική και φιλόξενη και κάθε μέρα την κερνούσε κάτι. Καφέ, πορτοκαλάδα, γλυκό ότι είχε. Η γιαγιά φρόντιζε να αρνείται πάντα αλλά με τα "παρακάλια" της οικοδέσποινας δεχόταν πάντα το κέρασμα. Έτσι μια μέρα ξαναπάει στο σπίτι τους και η οικοδέσποινα στέλνει τον έφηβο γιο της να προσφέρει στη γιαγιά πορτοκαλάδα.

-Δεν θέλω χήνα μου κάθε φορά θα με κερνάς
-Μα πάρτο θειά- Μήτσαινα επέμενε η νοικοκυρά
-Όχι χήνα μου κάθε μέρα κέρασμα μπλιό

Ο γιος της οικοδέσποινας έχοντας βαρεθεί κάνει να φύγει παίρνοντας μαζί και το κέρασμα. -Μα δεν θέλω. -Αφού δεν θέλει, λέει το παιδί. Και η γιαγιά... -Άκου τη μάνα σου ρε.

3. Μια πολύ όμορφη ιστορία που διηγείται συχνά η μητέρα μου που για μένα σημαίνει πως οι Μανιάτες είναι εξοικειωμένοι τόσο με τη ζωή όσο και με το θάνατο.

"Μία γυναίκα ήταν καλεσμένη στο γάμο που γινόταν στο διπλανό σπίτι από το δικό της. Τα σπίτια χωρίζονταν με μεσοτοιχία. Όμως τη μέρα εκείνη πέθανε ο άνδρας της. Η γυναίκα δεν ήθελε να χάσει το γάμο και το γλέντι αλλά δεν της πήγαινε καρδιά να αφήσει και το μακαρίτη άκλαφτο. Έτσι ζήτησε από μια μοιρολογίστρα να κλάψει εκείνη το νεκρό όσο αυτή θα ήταν στο γάμο. Ως αμοιβή θα της έδινε ένα κόσκινο κουκιά και ένα χοιρόπετσο (το δέρμα του γουρουνιού) για να φτιάξει τσαρούχια. Έτσι το βράδυ η μοιρολογίστρα μπροστά στο νεκρό έκλαιγε και μοιρολογούσε.

"Θεέ μου να βράζουν τα κουκιά και να κρατάει ο πέτσος
τέτοιε μου καλέ μου τέτοιε τ' όνομά σου δεν το ξέρω..."

Τ' άκουσε η χήρα που γλεντούσε δίπλα και χωρίς ν' αφήσει το χορό στο ρυθμό του τραγουδιού της απάντησε: "Γιάννη τόνε λεν καλέ τρίκλωνε βασιλικέ..."


Ανέκδοτα Α' ] Ανέκδοτα Β' ] Ανέκδοτα Γ' ] [ Ανέκδοτα Δ' ] Ανέκδοτα Ε' ] Ανέκδοτα ΣΤ' ] Ανέκδοτα Ζ' ] Διδακτικές Ιστορίες Α' ] Διδακτικές Ιστορίες Β' ] Τα Κεσέμια ] Ο Γιατρός ] Ανέκδοτα Εξωχωρίου ]