Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Ανέκδοτα του Χωριού (Εξωχώρι)

Ο Ιταλόφωνος
Αρχή Κατοχής. τρεις - τέσσερις Ιταλοί με τα παγούρια τους ζητιανεύουν λίγο λάδι στη Ρούγα. Ο μπάρμπα - Βαγγέλης, ο αποκαλούμενος γερο - φιλόσοφος, Ισχυρίζεται πώς, παλικάρι, είχε δουλέψει στις γραμμές του σιδηροδρόμου με πολλούς Ιταλούς κι είχε μάθει τη γλώσσα τους.

— Πάμε να τους μιλήσεις, τον παρακινούν οι άλλοι.

Η κουστωδία ξεκινά από του Μπουσάκου για την ρούγα. Ο φιλόσοφος στέκει επιδεικτικά μπροστά τους.

— Ταρταρούκα ματζάρε (χελώνα τρώτε;)
— Σι, σι (ναι, ναι) φώναξαν χαρούμενοι, γιατί πίστεψαν πως κάποια χελώνα έχει να τους φιλέψει.
— Μίλα τους μπάρμπα - Βαγγέλη! Ο γεροφιλόσοφος ρούφηξε μια πρέζα ταμπάκο, ξερόβηξε και απεσύρθη ελαφρά ντροπιασμένος. Δεν ήξερε τίποτε άλλο να πει. Σαν τον Παπαγάλο.

Κολονέλο…
Ο μπάρμπα Βαγγέλης (άλλος) στην Κατοχή φορούσε μια ολοκαίνουργη βραχεία χλαίνη αξιωματικού, από την οποία έλειπαν μόνο τα’ αστέρια, δώρο κάποιου ανεψιού του. Ψηλός, ογκώδης, με πάντοτε περιποιημένη τη χωρίστρα του, με ροδοκόκκινα μάγουλα, ο καλοκάγαθος μπάρμπα - Βαγγέλης, ο σχεδόν αγράμματος, είχε τη θωριά τουλάχιστον στρατηγού.

Μια μέρα, ένας Ιταλός τον πλησιάζει με σεβασμό:
- Κολονέλο; (Συνταγματάρχης;)

Από τότε το μπάρμπα - Βαγγέλης σχεδόν εξαφανίσθηκε και τη θέση του πήρε το «κολονέλο». Και τον συνοδεύει ως σήμερα που στα 94 χρόνια του είναι το ίδιο στητός, με ρόδινα μάγουλα, ακλόνητος σαν τον γερο - έλατο των Ντουμπιτσιών που τον γέννησε.

Το κουτούτσι…
Στην επανάσταση της Σαδόνας του '42, ένα τάγμα ιταλικό έχει εγκατασταθεί στο Ξεχώρι. Γιατρός του τάγματος ένστολος αξιωματικός, αιχμάλωτος της Αλβανίας, που στο στρατόπεδο της Κρήτης είχε ριχθεί με πάθος στην εκμάθηση της γλώσσας μας και είχε προχωρήσει αρκετά. Μια μέρα με το λεξικό και το μολύβι στο χέρι πλησιάζει το «συνταγματάρχη»:

- Παρακαλώ! Τι θα πει τυφλός, τι στραβός;
- Άκου να σου ειπώ γιατρέ μου! Τυφλός θα ειπεί από τόνα μάτι. Στραβός τσ' απ’ τα δύο. Κουτούτσι!
- Κουτούτσι, κουτούτσι, τι κουτούτσι:

Ο μπάρμπα - Βαγγέλης σφραγίζει με την παλάμη τα δυο του μάτια.

- Να! θεόστραβος, κουτούτσι!
- Κατάλαβα, κατάλαβα, ευκαριστώ.

Κάτι σημείωσε στο καρνέ του και βέβαιος για την αυθεντικότητα της ερμηνείας, απήλθε ευχαριστημένος.

Αυθεντικό στη θάλασσα
Γυρίζουμε 4 γενιές πίσω. Της Αναλήψεις. Τα παλικάρια ξεκινούν για την Καρδαμύλη να περάσουν τα σαράντα κύματα. Μαζί τους παρασύρεται κι ο Σταυριανός, λίγο χαμηλός στη σκέψη θέλει να θαυμάσει τη θάλασσα. Στο Αμόνι τα παιδιά κολυμπούν σα δελφίνια. Η θάλασσα καθρέφτης. Ο Σταυριανός γδύνεται στο Μύτακα, βρέχει τα δάχτυλα των ποδιών, απορεί και θαυμάζει. Κείνη τη στιγμή το καΐκι του Μπαλαχτάρη, έρχεται με τα κουπιά, ξεφόρτωτο ν’ αράξει στην Τίκλα για το, κατά Παρασκευή, ταξίδι της Καλαμάτας. Περνά πλάι του ογκώδες ανάλαφρο λες και πετά πάνω στην ακύμαντη θάλασσα. Και τότε μια έμπνευση ήρθε στη σκέψη του. Κι ακούστηκε να φωνάζει ενθουσιασμένος: «Κοντζάμ' καράβια και βαπόρια δύνεται η θάλασσα και το Σταυριανό δε δύνεται;» κάνει το σταυρό του και ...μπλουμ! Τον έβγαλαν με κόπο και ώρα τον πάλευαν να βγάλει το νερό πού είχε καταπιεί. Από τότε έβλεπε τη θάλασσα με φόβο, από τ’ Αμπίλιστα.

Η νύφη κι ο βράχος
Βρισκόμαστε στα μέσα του περασμένου αώνα. Στο Πραστείο ζει ο Παναγιώτης, αρκετά μορφωμένος για την εποχή του, ευκατάστατος, ανοιχτοχέρης, εμπνέει το σεβασμό και την αγάπη. Είναι γαμπρός περιζήτητος. Του προξενεύουν νύφη, πέρα από τα Ζυγοχώρια, από καλή οικογένεια, όμορφη, με το έχει της.

Πηγαίνει, τους κερνά η νύφη ρακί και καφέ, ανταλλάσσει μερικές τυπικές κουβέντες μαζί της, του αρέσει, το ξεφανερώνουν και ορίζεται ο γάμος γρήγορα για την μεθεπομένη Κυριακή. Η μουλαροκαβαλαρία με τη νύφη επιστρέφει μετά το στεφάνωμα στο Πραστείο. Εκεί στου Φονέα τη παραλία, ένας βράχος σαν πολυκατοικία υψώνεται ο μισός στα χαλίκια ο μισός στο νερό. Η νύφη τον θαυμάζει. Κάτι πρέπει να ειπεί κι αυτή.

— Παναγιώτη μου, ως πόσω χρονώ να ‘ναι αυτός ο βράχος;

Γυρίζει και τη βλέπει ξαφνιασμένος για το αστείο. Είναι σοβαρή δε γελά.

— Χμ... Καμιά πενηνταριά... δοκιμάζει ο Παναγιώτης.
— Αχ Παναγιώτη μου! Αυτός αν γίνει εκατό χρονώ θα φθάσει στα ουράνια.

Κι ο Παναγιώτης ακούστηκε να μονολογεί
— Ω! ρε δύστυχε Παναγιώτη που έπεσες.


Ανέκδοτα Α' ] Ανέκδοτα Β' ] Ανέκδοτα Γ' ] Ανέκδοτα Δ' ] Ανέκδοτα Ε' ] Ανέκδοτα ΣΤ' ] Ανέκδοτα Ζ' ] Διδακτικές Ιστορίες Α' ] Διδακτικές Ιστορίες Β' ] Τα Κεσέμια ] Ο Γιατρός ] [ Ανέκδοτα Εξωχωρίου ]