Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Ο Γιατρός

Διήγημα του Τζαννέτου Κομηνέα, δημοσιευμένο στο περιοδικό «ΖΑΡΝΑΤΑ», Τ. 2, Μάρτης – Απρίλης 1988

Δουλειές; Ένα σωρό. Από οικοδόμος στη Καλαμάτα, αγρότης στη Μεσσηνία. Ελιές στη Μάνη. Πάλι στη Καλαμάτα εδώ και κει. Καράβια μετά. Δε στέριωνα. Εγώ έφταιγα; Άλλοι φταίγανε;

Πήγα, ήρθα στα καράβια σαν κεραυνός. Είχα ακούσει για τη ζωή του Ναυτικού, εξωτικές νύχτες, γκόμενες στα λιμάνια. Τελικά όλα αυτά ήταν να μην σου μένει φράγκο.

Είχα ένα θείο γιατρό στην Αθήνα. Τον είχα δει όλο και όλο τρεις φορές. Σαν γεννήθηκα, μου είχαν πει, πως έστειλε ένα κουτί φάρμακα. Σιρόπια, χάπια. «Να ‘χει το παιδί» λέει. Κι ένα μπουκάλι ουίσκυ στον πατέρα μου. "Πιε το" του μήνυσε, γιατί θα ‘ρθει καιρός που εσύ θα χρειάζεσαι τα σιρόπια και το παιδί το ουίσκυ.

Ήταν τέτοιος τύπος. Αστείος και γυρισταράς, και γιατρός βέβαια. Δε παντρεύτηκε. Είχε παντρευτεί τη ζωή, λέει και ξανάλεγε πως κι η ίδια η ζωή είναι η πιο άπιστη γυναίκα. "Αυτή θα σου δώσει διαζύγιο και θα σε πετάξει", μούλεγε την πρώτη φορά που τον είδα. Ήταν μόλις τελείωνα το Δημοτικό και είχαμε πάει στην Αθήνα. Τότε δεν κατάλαβα καλά που ήταν το ιατρείο του, αν και στεκόμασταν -όπως μου είπε ο πατέρας μου- όλη την ώρα εκεί που εξέταζε τους ασθενείς. Ούτε μυρωδιά φαρμάκων, ούτε περίεργα εργαλεία, ούτε τίποτα. Δεν ξέρω αν απογοητεύθηκα, γιατί μικρός ήμουνα λίγο ασθενικός, κι είχα γυρίσει πολλά ιατρεία της Καλαμάτας. Έτσι, ήθελα να πάω σ' ένα ιατρείο, και να κυριαρχήσω στο χώρο, και όχι να είμαι στο έλεος των "γυαλιών" και της "άσπρης μπλούζας". Εδώ τίποτα απ' όλα αυτά. Το είπα στον πατέρα μου. Το σκέφτηκε λίγο και μου απάντησε: "Είναι όπως το βλέπει κανείς. Αν πας για ένεση το μισείς. Αν πας σε δικό σου άνθρωπο δε το βλέπεις σαν ιατρείο".

Μάλιστα. Έτσι ήτανε ο θείος μου. Τον ξανάδα την χρονιά που αποφάσισα να παρατήσω το γυμνάσιο, και κατέβηκα στην Αθήνα, κυνηγημένος από τον πατέρα μου. Έμεινα τρεις μέρες. Με έκρυβε. Τρόπος του λέγειν βέβαια γιατί αυτός είχε τηλεφωνήσει στον πατέρα μου και είχαν αποφασίσει να μείνω να περάσει η μπόρα και να ξαναπάω στη βάση μου, και στο σχολείο.

Τότε τον γνώρισα και από κοντά, θάθελα να ήταν πατέρας μου. Μούκανε πολλές χάρες. Γυρνάγαμε στην Αθήνα, μούμαθε πολλά κατατόπια. Ήταν μπόσικος. Μαλακός, σαν νάχε αποδεχτεί τη ζωή του και να μην ήθελε τίποτα ν' αλλάξει. Κάποιες φορές όμως, φαινόταν οργισμένος και φώναζε, φώναζε. Τάβαζε μ' ένα σωρό κόσμο, και ‘γω έφευγα από κοντά του, μη και ξεσπάσει πάνω μου, καθώς έκανε ο πατέρας μου.

Την τρίτη και τελευταία φορά, ήταν όταν γύρναγα από φαντάρος. Και πάλι είχα διαφορές με τον πατέρα μου. Ήμουνα φορτωμένος με φυλακή και έκατσα παραπάνω στο στρατό, ενώ ο πατέρας μου με περίμενε να πάω να δουλέψω. Δε του είχα πει τίποτα και με περίμενε ενάμισυ μήνα πριν. Έτσι πήγα στο θείο μου τον γιατρό, να ξαναγιατρέψει τη κατάσταση.

Ήταν κι η τελευταία. Ο θείος μου πέθανε. Μετά ήρθε ένα χαρτί από ένα δικηγόρο. Ήταν τότε που είχα γυρίσει από τα καράβια, κι έτρωγα τα λίγα λεφτά που μούχαν απομείνει. Ο πατέρας μου, είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά. Στο χαρτί έγραφε πως μου άφηνε το ιατρείο του, με τα εργαλεία, τα έπιπλα, όλα ότι είχε μέσα.

Άφησα τον πατέρα μου με τα χέρια ψηλά και το στόμα ανοιχτό, και ήρθα στην Αθήνα. Πρώτη μου δουλειά να πουλήσω τα πράγματα του ιατρείου. Μετά σκέφτηκα: "Πόσα θα πάρω; θα μου τελειώσουνε και μετά;" Εντωμεταξύ το τηλέφωνο χτύπαγε, κι όλο και κάποιοι ζητάγανε τη συμβουλή του γιατρού. Τότε άναψε ένα λαμπάκι μέσα μου. Ξεσκόνισα το μαγαζί, το σιγύρισα, φόρεσα τη μπλούζα του θείου μου και δεχόμουνα κόσμο. Πήρα ένα τηλεφωνικό κατάλογο και μετέφερα όσα τηλέφωνα γιατρών μπορούσα, σ' ένα όμορφο καρνέ τηλεφώνων. Δερματόδετο. Διάλεξα βέβαια γιατρούς, που μένανε όσο πιο μακρυά γινόταν από το "δικό μου" ιατρείο. Προανάγγειλα από το τηλέφωνο σ' όσους έπαιρναν ότι από τη Δευτέρα το ιατρείο ξανανοίγει, και τη Δευτέρα έτοιμος κι ωραίος, δέχτηκα τον πρώτο πελάτη.

Ήταν ένας μεσήλικας, που είχε πρόβλημα με τη μέση του. Τον εξέτασα με κάθε επισημότητα. Τον ζούληξα εδώ κι εκεί, τούκανα ερωτήσεις για τη διατροφή του, τούκανα κάποιες ασκήσεις σουηδικής γυμναστικής που θυμόμουνα από το γυμνάσιο, και κάθησα σκεφτικός στο γραφείο μου.

-Λοιπόν γιατρέ; Όλο αγωνία. Είχα καταφέρει να του πάρω τον αέρα. Άνοιξα με μεγαλοπρέπεια το καρνέ με τα τηλέφωνα και του είπα με πατρικό ύφος.

-Κύριέ μου, νομίζω πως ήρθε η ώρα να απαλλαγείτε από το πρόβλημα. Ένας φίλος μου, μα πολύ φίλος μου, γιατρός, είναι ειδικός για την πάθησή σας. Είναι ακριβώς ότι πρέπει για την κατάστασή σας. Για ανθρώπους δηλαδή που πονάνε στη μέση, έχουν μπακάλικο στη Σταδίου (τέτοιες ερωτήσεις του είχα κάνει) δοκιμάζουν πάντα τις ρέγγες όταν τις φέρνουν στο μαγαζί τους, είναι παντρεμένος με δυο παιδιά, τη γυναίκα του τη λένε Μαίρη, και τη νύχτα δεν έχει εφιάλτες. Άφωνος ο πελάτης. - Μωρέ τι μου λέτε;

- Βεβαίως. Εγώ θα σας δώσω τη διεύθυνσή του και βεβαίως η αμοιβή μου, θα είναι η μισή, γιατί θέλω να σας διευκολύνω. Έτσι που λες. Κι ο πρώτος μάλιστα ήταν και βολικός. Άφησε ολόκληρη την αμοιβή και μου υποσχέθηκε κι ένα τενεκέ ρέγγες. Μετά δεύτερος και τρίτος, πέρασε ο καιρός και η δουλειά πήγαινε θαυμάσια.

- Μάλιστα, μάλιστα. Είδα σφαιρικά το πρόβλημά σας, πλην όμως λόγω φόρτου εργασίας και λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεώς σας θα σας συστήσω ένα συνάδελφο και φίλο βέβαια, που είναι ειδικός στους δυσκοίλιους, 62 ετών, με λίγη φαλάκρα, με καπέλο καφέ, που μένουν στο Βύρωνα σε ιδιόκτητη μονοκατοικία.

- Αυτή την εποχή, υπάρχει μια επιδημία σ' ένα χωριό, όχι, όχι μην ανησυχείτε δεν είναι και σοβαρό, όχι δεν πρόκειται να έρθει στην Αθήνα, πλην όμως από ανθρωπιστικούς λόγους ορμώμενος, πρέπει να κάνω το καθήκον μου. Αλλά θα σας παραπέμψω σε έναν φίλο μου, πολύ φίλο μου, που μάλιστα είναι ειδικός για τα εξανθήματα στο πρόσωπο, γυναίκας τριανταοκτώ χρόνων, ανύπαντρης, που μένει δίπλα σε έναν ωραίο γείτονα, που βγάζει κάθε πρωί το σκυλί βόλτα, που της αρέσει το κέντημα και το φαγητό που φτιάχνει καλύτερα είναι το ιμάμ-μπαϊλντί.

Καλές δουλειές. Νέους, γέρους, άντρες, γυναίκες, όλους τους βόλευα. Τώρα στους γιατρούς που τους έστελνα, σε συνοικίες που υποψιαζόμουνα πως δεν θα είχαν και πολλές δουλειές, χωρίς δεύτερη κουβέντα τους δεχόντουσαν, και μάλιστα θα λέγανε φαντάζομαι ανέκδοτα από τη παρέα τους μαζί μου.

Η τελευταία επίσκεψη που δέχτηκα ήταν όμως διαφορετική. Ήταν δύο κύριοι, που ήθελαν να εξεταστούν μαζί. Από την πρώτη στιγμή δε μου γεμίσανε το μάτι, αλλά συνέχισα την εξέταση μου. Στο τέλος μου λένε:

- Καλά όλα αυτά, αλλά το δίπλωμά σας που είναι;

-Κοιτάτε, λέω, λόγω φόρτου εργασίας, κ.λ.π. κ.λ.π., να σας στείλω σε κάποιον φίλο μου, μα πολύ φίλο μου γιατρό, που έχει;


Ανέκδοτα Α' ] Ανέκδοτα Β' ] Ανέκδοτα Γ' ] Ανέκδοτα Δ' ] Ανέκδοτα Ε' ] Ανέκδοτα ΣΤ' ] Ανέκδοτα Ζ' ] Διδακτικές Ιστορίες Α' ] Διδακτικές Ιστορίες Β' ] Τα Κεσέμια ] [ Ο Γιατρός ] Ανέκδοτα Εξωχωρίου ]