|
ΚΛΑΙΝΕ
ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΤΑ ΒΟΥΝΑ
Κλαίνε της Μάνης τα βουνά κι άλλο Μαυρομιχάλη τον Κυριακούλη πώπεσε στη Σπλάντζα στο Φανάρι. Έφυγε από το Μωρηά το Σούλι να βοηθήσει απ’ την πηγή του Βαλτετσιού με δόξα είχε μεθύσει!
Πήρε μαζί του σύντροφους τρακόσα παλληκάρια του Ταϋγέτου τους αητούς της Μάνης τα λιοντάρια! Όρθιος επολέμησε με τρις χιλιάδες Τούρκους λεβέντικα σκοτώθηκε μ’ όλους τους σταυραητούς του!
Ο Κυριακούλης τίμησε της Μάνης την ασπίδα, κι έπεσε για τη Λευτεριά όπως το Λεωνίδα!
ΘΕΛΩ
ΣΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΪΤΟΥ
Στη Σπλάντζα θέλω να διαβώ – στο Σούλι στο Φανάρι εκεί που επολέμησε της Μάνης παλικάρι. Θέλω στο μνήμα του αϊτού σκυφτός να προσκυνήσω και τους Μαυρομιχάληδες να τους δοξολογήσω.
Εκεί θα βάλω τον παπά ευκέλαιο να ψάλει και να διαβάσει δέηση για το Μαυρομιχάλη. Του Κυριακούλη την ψυχή πρώτα θα ευλογήσει τη λεβεντιά των Μανιατών με δέος θα υμνήσει.
Κι’ αν θα ξυπνήσ’ ο σταυραϊτός και βγει από τον τάφο ας πάει των Μανιατών με δέος θα υμνήσει. Εκεί θα τον χαϊδεύουνε του Πίνδου οι Νεράιδες Και θα του ψάλλουν τρόπαια του Ρήγα μαθητάδες!
ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ
Σκύψετε όρη και βουνά για να ξανοίξου το Μωρηά να ιδού και την Τριπολιτσά αν κλαίει κι’ αν μοιρολογά. Ακούστε Κάστρα του Μωρηά και Φρούρια της Λευτεριάς εσήμερα αναχωρά ο αρχηγός της Κλεφτουριάς. Σήμερα φεύγει ο στρατηγός ο Γέρος ο
ηρωικός του Δράμαλη ο νικητής και του ραγιά ο λυτρωτής.
Κολοκοτρώνη Θοδωρή - ατρόμητε Πολεμιστή τα χρόνια ζε κιοτέψασι στο Χάρο ζε προδώσασι! Μια βολά κι ένα καιρό ήσουν λιοντάρι φτερωτό ζ’ έτρεμε η , Αρβανιτιά και του Σουλτάνου η Τουρκιά Στους κλέφτες ήσoυν αρχηγός, στους Mωραΐτες
στρατηγός, και έδωνες διαταγές στις φάλαγγες - στους μαχητές. Eσένα βόηθησε Θεός να λευτερώσης το Λαό το Έθνος το Ελληνικό - το γένος το Ιστορικό.
Άκουσο Γέρο του Mωρηά τη Μάνη που μοιρολογά! «Του Ταϋγέτου τα βουνά και του Ταινάρου τα χωριά, σκούζουσι άγρια τη φωνή, για να ξυπνήσουσ' οι νεκροί, να τρέξουσι κι' οι σταυραητοί το φέρετρο να πιάσοuσι, Κολοκοτρώνη Θοδωρή στον Άδη που
θα κατεβής, πάλι θε νάσαι στρατηγός και των ηρώων αρχηγός!
ΤΗΣ MAYPOMIXΑΛΑINAΣ
Μωρή κλωγιού του Λιμενιού, π' άνοιγες τις φτερούγες ζου, Κι εσκέπαζες τους έξη γυιούς και τους σαράντα ανηψιούς, Εσύ που κράτιες τα κλειδιά στα σπίτια τα αρχοντικά κι ήσουνα καπετάνιζα στα Μαυρομιχαλιάνικα τώχες ποτέ συλλογιστεί
ότι θ’ αλλάξουσ’ οι καιροί κι' ότι θα μείνεις δίχως γυιούς κι' ότι δε θάχεις ανηψιούς;
Μα συ να μη βαρυγνωμάς ούτε να κλαίης, να βλαστημάς, τι σένα τα παιδιά ζου μαζΙ μέ τα ανήψα ζου, τα πήρασι στην αγκαλιά η δόξα με τη λευτεριά και τα στολίσασι ξερά με σάβανα βασιλικά. Φoρέσασι xpuσή στoλή και ζούστησα μακρύ σπαθί, Και
διάησα στην κάτου Γη Kαπεταναίοι κι αρχηγοί.
ΤΟΥ
ΖΑΧΑΡΙΑ
Τι έχουν
της Μάνης τα βουνά, που στέκουν βουρκωμένα;
Δίχως χιόνια
χιονίζοντας δίχως βροχή βροχιώνται
απ’ των κλεφτών τα κλάϋματα, δάκρυα και
μοιρολόγια.
Εσκότωσαν τον Ζαχαριά, τον πρώτο καπετάνιο,
πούταν κολώνα στο Μωριά και φλάμπουρο στους
Κάμπους...
Όσα χωριά τα’ ακούσανε όλα μαυροντυθήκαν
κι ένα πουλάκι κάθησε ψηλά στο μετερίζι
κ’ έπαψε για να κελαηδή, μοιρολογάει και
λέει:
«Τ’ ακούτε οι Μπαρμπιτσιώτισσες και σεις
καλοί λεβέντες;
Να μην αλλάχτε τη Λαμπρή τα’ άσπρα να μη
φορέστε
σαν του κοράκου το φτερό βάλτε την φορεσιά
σας
και να καθήστε φρόνιμα, μόν’ σφήχτε την
καρδιά σας».
Σαν τάκουσαν οι
Σύντροφοι έπεσαν να πεθάνουν
και μια μικρή μια λυγερή, μια πρώτη του
ξαδέρφη
στο σταυροδρόμι κάθεται, στους κάμπους κι
αγναντεύει,
όσοι διαβάτες που περνούν όλους τους
διαρωτάει:
--Μην είδατε διαβάτες μου τον πρώτο
μπουλουξή σας;
--Τι μας ρωτάς κοπέλλα μου, τι θέλεις να σου
ειπούμε;
Δέκα ντουφέκια τούριξαν με ασημένια βόλια.
Τον Ζαχαριά τον σκότωσαν στον Πύργο του
Κουκέα.
Εκεί θ’ ακούσεις κλάϋματα, βάγια και
μοιρολόγια
Πώς κλαίνε οι Μανιάτισσες τον Πρώτο
Καπετάνιο.
|