Κεντρική Σελίδα
Προηγούμενη

Η Μνημειακή και Αρχιτεκτονική κληρονομιά της Μάνης

Του Γιάννη Σαΐτα, αρχιτέκτονα, πολεοδόμου, εθνολόγου

Το ανθρωπογενές περιβάλλον της χερσονήσου, διαμορφωμένο μέσα από μακραίωνες διαδικασίες και σφραγισμένο από τον ανθρώπινο μόχθο για επιβίωση και αυτοτέλεια, έχει συνυφανθεί με το επιβλητικό φυσικό γεωγραφικό χώρο σε ένα σπάνιο, μεγάλης έκτασης ιστορικό και αισθητικό σύνολο.

Με συνολική έκταση 930 τ.χλμ. και πληθυσμό, ο οποίος από το 17ο έως τον 20ό αι. κυμάνθηκε ανάμεσα σε 20.000 ως 50.000 κατοίκους, η χερσόνησος ήταν ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη. Το πυκνό δίκτυο των 120 έως 250 οικισμών που αναφέρουν οι στατιστικές της εποχής, συγκροτούσε μια ιδιότυπη και σπάνια χωροταξική οργάνωση.

Σε συνδυασμό με την ξεχωριστή συγκρότηση των οικισμών, την αρχιτεκτονική των κτισμάτων και την πληθώρα των μνημείων, η περιοχή προβάλει ως μια ιδιαίτερη και σημαντική ενότητα στον εθνικό χώρο. Στην Πελοπόννησο, εκτός της Μάνης, άλλοι ανάλογοι τόποι είναι η Τσακωνιά και οι ορεινοί οικισμοί της κεντρικής ενδοχώρας.

Επίσης, με κριτήριο τους πολιτιστικούς και τουριστικούς πόρους, η χερσόνησος της Μάνης αξιολογείται ως τόπος διεθνούς προβολής στην Πελοπόννησο και κατατάσσεται μαζί με αρχαιολογικούς και ιστορικούς τόπους, όπως η Επίδαυρος, το Ναύπλιο και οι Μυκήνες, η Ολυμπία, η Σπάρτη και ο Μιστράς.

Το πλούσιο πολιτιστικό απόθεμα της χερσονήσου περιλαμβάνει πολλές κατηγορίες έργων από την παλαιολιθική, νεολιθική, αρχαία, μεσαιωνική και νεότερη περίοδο. Ωστόσο, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο εντοπισμός, η χαρτογράφηση, η τεκμηρίωση, η ερμηνεία και η δημοσιοποίηση των πορισμάτων για το μνημειακό πλούτο δεν είναι ακόμα επαρκής.

Η περιορισμένη αυτή γνώση και ενημέρωση, τόσο του τοπικού πληθυσμού και των τοπικών και κεντρικών αρχών, όσο και της Ελληνικής και διεθνούς κοινότητας, έχει ως αποτέλεσμα να δυσχεραίνονται οι προσπάθειες για τη διαχείριση και προστασία των πολιτιστικών αγαθών καθώς και την περιορισμένη συμμετοχή τους στον αναπτυξιακό σχεδιασμό. Παράλληλα, πολλά μνημεία καταστρέφονται είτε από τη φθορά του χρόνου, είτε από άγνοια και αδυναμία για τη διάσωση τους, είτε από άστοχες ανθρώπινες επεμβάσεις.

Επομένως η καταγραφή, η τεκμηρίωση, η ερμηνεία του μνημειακού πλούτου πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο συστηματικών προγραμμάτων διεπιστημονικών ερευνών, που με τη δημοσιοποίηση τους θα δώσουν μία άλλη εικόνα για την περιοχή και θα επιτρέψουν να συνειδητοποιηθεί καλύτερα ο τίτλος του «Ανοικτού Μουσείου» που τα τελευταία χρόνια αποδίδεται στη Μάνη.

Το κύριο μέρος της ανακοίνωσης αυτής εστιάζεται σε δύο θέματα :

1ο) μία ενδεικτική παρουσίαση των κυριοτέρων κατηγοριών αρχαιολογικών και ιστορικών τεκμηρίων - πολιτιστικών αγαθών και

2ο) μία επιγραμματική αναφορά στα προγράμματα και έργα που έχουν πραγματοποιηθεί ή είναι σε εξέλιξη στον τομέα της διάσωσης και ανάδειξης του μνημειακού πλούτου. Καταλήγουμε με μία πρόταση για ανάληψη μιας ειδικής άμεσης δράσης.

Η μνημειακή κληρονομιά
Ο εντοπισμός μιας σειράς παραλιακών σπηλαίων με ίχνη παλαιολιθικής και νεολιθικής κατοίκησης έχει δείξει ότι η ανθρώπινη παρουσία εδώ ανάγεται σε πολύ παλαιές εποχές. Στις απόκρημνες επιβλητικές ακτές δυτικά της Αρεόπολης, στα σπήλαια Απήδημα, εντοπίστηκαν ίχνη ανθρώπινης εξέλιξης που χρονολογούνται 200.000 ως 20.000 χρόνια πριν. Οι έρευνες έχουν εξαιρετική επιστημονική σημασία, καθώς τα ανθρώπινα απολιθώματα ανήκουν σε προγονικές μορφές του homo sapiens, που ονομάστηκαν ήδη Ταινάριος Άνθρωπος.

Πολύ ενδιαφέροντα είναι και τα ευρήματα της κατοίκησης στο σπήλαιο Καλαμάκια της Αρεόπολης, που χρονολογούνται ιδίως στην 6η και 5η χιλιετία π.Χ.

Πολύ γνωστά και σημαντικά είναι επίσης τα ευρήματα των σπηλαίων Διρού, ιδίως της Αλεπότρυπας, τα οποία χρονολογούνται από την 5η και 4η χιλιετία π.Χ. και εκτίθενται στο μικρό αλλά ενδιαφέρον Νεολιθικό Μουσείο του Διρού.

Από την 3η και 2η χιλιετία π.Χ. έχουν διαπιστωθεί αρκετοί οικισμοί σε χαμηλούς λόφους και σε πεδινά εδάφη. Από τη μυκηναϊκή περίοδο, οπότε κυριαρχούσαν οι Αχαιοί, έχουν εντοπιστεί σημαντικά ευρήματα σε 20 τουλάχιστον τοποθεσίες, όπως εδώ, στην Αβία, όπου σημαντικός θολωτός μυκηναϊκός τάφος. Στην περίοδο του Τρωικού πολέμου μνημονεύονται 8 πόλεις στο χώρο της Μάνης.

Από το 12ο π. Χ. αι. κ.ε., εποχή που επικράτησαν οι Δωριείς, σώζονται αξιόλογα τεκμήρια σε πολλές θέσεις, όπου οι αρχαίες «κώμες» των περιοίκων. Στο άκρο Ταίναρο, όπου τα λείψανα του ναού του χθόνιου θεού Ποσειδώνα, λειτουργούσε ιερό - άσυλο με τέμενος, ψυχοπομπείο - νεκρομαντείο. Βλέπουμε τα κατάλοιπα του αρχαίου ναού με το νεότερο εκκλησάκι των Ασωμάτων. Εδώ, επιτύμβια στήλη πολεμιστή με το χθόνιο όφι.

Από την εποχή ακμής του Κοινού των Λακεδαιμονίων και του Κοινού των Ελευθερολακώνων σώζονται επίσης πολλά τεκμήρια, ιδίως στο Γύθειο και την Καινήπολη αλλά και πολλές άλλες θέσεις των 10 πόλεων της ομοσπονδίας, που βρίσκονται στο χώρο της Μάνης. Ιδιαίτερη κατηγορία μνημείων αποτελούν τα λατομεία λίθου, ο οποίος εξαγόταν. Στην εικόνα βλέπουμε λατομεία πάνω από την αρχαία Καινήπολη με κατά χώρα λάρνακες - σαρκοφάγους, καθώς και ογκώδη κατεργασμένα αρχιτεκτονικά μέλη.

Μετά την παρακμή του αρχαίου κόσμου ο πληθυσμός αποτραβήχτηκε στην ενδοχώρα σε πρωτόγονους γεωργοκτηνοτροφικούς πυρήνες και συνέχιζε τις παλαιές παραδόσεις. Στην εικόνα η χαρτογράφηση της Ακροταινάριας περιοχής των δύο τέως Δήμων Μέσσης και Λαγείας. Στο νεότερο πλέγμα των 87 παραδοσιακών οικήσεων αντιστοιχούν τουλάχιστον 80 εντοπισμένοι μεγαλιθικοί οικισμοί.

Στο ακριτικό κάστρο στο βραχίονα Τηγάνι έδρευε για μεγάλο διάστημα η βυζαντινή διοίκηση. Σώζονται τα ίχνη του φρουρίου της πόλης καθώς και μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής, όπου ενδιαφέροντα κατάλοιπα. Στον 6ο και 7ο αι. χρονολογούνται επίσης οι βασιλικές στην Καινήπολη, το Γύθειο, το Οίτυλο και άλλα σημεία της χερσονήσου.

Οι ερημωμένες «παλιόχωρες» της Μάνης, καθώς και οι παλαιές εγκαταστάσεις, που τα λείψανά τους έχουν ενσωματωθεί στους νεότερους οικισμούς, των οποίων αποτέλεσαν τους πυρήνες, απεικονίζουν καλά τις τραχιές συνθήκες της τοπικής ζωής. Τις οικήσεις αποτελούν ομάδες 5 ως 30 τυπικών μεγαλιθικών σπιτιών και συμπληρωματικών κατασκευών.

Τα μεγαλιθικά σπίτια εξυπηρετούσαν πρωταρχικές ανάγκες και υπακούουν σε απλά και σταθερά πρότυπα. Με την αργή εξέλιξή τους αποτέλεσαν βασική αφετηρία για τη διαμόρφωση των νεότερων σπιτιών και οικισμών. Είναι μακρόστενα ανωγοκάτωγα κτίρια κτισμένα με ογκόλιθους χωρίς κονίαμα (ξεροπέτρι). Στο κατώι στέγαζαν ζώα, ζωοτροφές και αποθηκευτικούς χώρους ενώ το ανώι αποτελούσε τον κύριο χώρο κατοικίας των ανθρώπων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ξεχώριζαν και τετράγωνοι μεγαλιθικοί πύργοι, όπως του Καβούρη στην Κοίτα.

Βλέπουμε την εξέλιξη των βασικών μονάδων σπίτι και πύργος στο νότο: 1) μεγαλιθικό σπίτι, 2) μεγαλιθικός πύργος. 3) μεγαλιθικός πύργος και ακουμπισμένο μεταγενέστερο σπίτι, 4) μεταβυζαντινός πύργος και ακουμπισμένο σπίτι.

Βλέπουμε την εξέλιξη των τοίχων των σπιτιών και των πολεμόπυργων στη διάρκεια τεσσάρων περιόδων : Ι) μεγαλιθικά, II) μέχρι το 1750, III) 1750-1850, IV) 1850 και εξής. Τα μεγέθη των λίθων σταδιακά μικραίνουν και το ασβεστοκονίαμα αυξάνει, ώστε προκύπτουν τοίχοι με βελτιωμένη αντοχή, μικρότερο πάχος, κατακόρυφες παρειές, πιο δυνατές καμάρες, καλύτερες ξυλοκατασκευές.

Εδώ οχυρό μεταβυζαντινό σπίτι με λίθους μέσου μεγέθους, χωρίς κονίαμα. Αντίστοιχος μεταβυζαντινός πολεμόπυργος με κεκλιμένες παρειές («σκάρπα»), τρείς ορόφους και ύφος 8,5μ. (πύργος Ανεμοδουρά στους Πάνω Μπουλαριούς). Ανωγοκάτωγο σπίτι με περιτειχισμένο λιακό και μαντρωμένη αυλή, των αρχών του 19ου αιώνα. Πολεμόπυργος με ελαφρά κεκλιμένους τοίχους και ένα πλάγιο «κλουβί» στην τρίτη στάθμη. Είναι ο πολεμόπυργος Βουδικλάρη στην Κοίτα και χρονολογείται στα 1763. Εδώ απεικονίζονται οι απλοί ορθογωνικοί πυρήνες των ανωγοκάτωγων σπιτιών. Επάνω τα μεγαλιθικά, πιο κάτω τα βυζαντινά και τα μεταβυζαντινά σπίτια (μέχρι τα μέσα του 19ου αι.).

Ανάλογα με το μέγεθος και τις λειτουργίες τους, τα κατατάσσουμε από τα μικρότερα μέχρι τα μεγαλύτερα, που αντιστοιχούν σε επίσημα κτίρια κατοικίας και συγκεντρώσεως των ισχυρών. Οι παραλλαγές στα μεγέθη είναι απόρροια τόσο των γεωγραφικών - μικροκλιματικών διαφορών και τεχνολογικών δυνατοτήτων, όσο και των διαφοροποιημένων κατά περιοχές ιστορικών, κοινωνικοοικονομικών, πολιτιστικών δεδομένων.

Παρατηρούμε τις ομοιότητες των σπιτιών της Μάνης με τις οχυρές κατοικίες και τους πύργους που χτίζονταν σε άλλους ευρωπαϊκούς τόπους, όπως στην κεντρική Αγγλία, από το 14ο μέχρι το 17ο αϊ.

Τα παλαιά μεγαλιθικά σπίτια συνόδευαν και άλλες αρχέγονες κατασκευές, όπως: μεσαιωνικές μονόχωρες, μεγαλιθικές καμαροσκέπαστες εκκλησίες, όπως ο Σωτήρας της Χαρούδας, μεγαλιθικές υπόγειες στέρνες (κωλογιστέρνες), που καλύπτονταν με ογκώδη μεγαλιθικά δοκάρια, τα πλέκτουρα ή μακρόνια, παλαιά λιοτρίβια που σχηματίζονταν από ένα πέτρινο «κύλιντρο» που έλιωνε τον ελαιόκαρπο, μέσα σε μια μεγάλη πέτρινη γούρνα («λιμπί»), αινιγματικές κατασκευές, όπως ορισμένες λιθοσειρές με ορθόλιθους. Εδώ μια σειρά από λίθους με ύψος 1,20μ. έως 2,20μ. δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα και Σώζοντα (α' μισό του 13ου αϊ.) στα Κατανεμίστικα.

Παράλληλα με τα τραχιά μεγαλιθικά, συνυπήρχαν κτίρια της επίσημης βυζαντινής παράδοσης. όπως ο εικονιζόμενος επαρχιακός βυζαντινός πύργος, ο οποίος υψώνεται στον ερημωμένο οικισμό -κάστρο της Παληάς Καρυούπολης.

Χτίζονταν επίσης πολυάριθμοι απλοί μονοκάμαροι ναοί, που χρονολογούνται από τον 9ο έως το 15ο αιώνα, σώζονται σε διάφορα στάδια εγκατάλειψης και συχνά ενσωματώνουν άφθονα αρχαία οικοδομικά μέλη. Στις εικόνες είναι η Αγία Μαρίνα στη Γαρδενίτσα και ο Άγιος Νικόλαος στην Κυπάρισσο.

Παράλληλα, από το 10ο έως το 12ο αι. χτίστηκαν δεκάδες έντεχνες εκκλησίες (κυρίως εγγεγραμμένες σταυροειδείς με τρούλο) που με την αξιόλογη και ιδιότυπη αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική τους σχηματίζουν μια ιδιαίτερη ομάδα. Στην εικόνα είναι η Αγία Βαρβάρα της Ερήμου, του 12ου αϊ.

Εδώ, αγιογραφία από τον Αη Γιαννάκη της Καστανιάς, του 13ου αϊ. Εδώ, ο μικρός αλλά ενδιαφέρων νεκροταφειακός Αη Γιάννης, του 13ου αϊ., στο κοιμητήριο του Γούλα με τα οστεοφυλάκια - σηκωτά κιβούρια.

Πολυάριθμες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες είναι και οι μεταβυζαντινές εκκλησίες, που χτίστηκαν κυρίως το 17ο και 18ο αι. τόσο στη Λακωνική όσο και στη Μεσσηνιακή Μάνη, σε συνάρτηση με τη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών όρων.

Εδώ, ο Άγιος Σπυρίδωνας στο κάστρο των Μούρτζινων στην Καρδαμύλη, χρονολογούμενος στο α μισό του 18ου αιώνα. Εδώ, εσωτερικό από το καθολικό της μονής των Αγίων Θεοδώρων στο Πραστείο, που χρονολογείται στο α μισό του 17ου αιώνα.

Από τις σύντομες περιόδους που επικράτησαν, παλαιότερα οι Φράγκοι και αργότερα οι Τούρκοι και οι Βενετοί, σώζονται ορισμένα φρούρια όπου εγκατέστησαν φρουρές για εδραίωση του ελέγχου και πληρωμή των φόρων, όπως το φρούριο της Κελεφάς και το κάστρο του Πόρτο – Κάγιο, που βλέπουμε στην εικόνα.

Στην προεπαναστατική περίοδο ακμής του παραδοσιακού πολιτισμού κατασκευάστηκαν, ιδίως στα βορειότερα τμήματα, τειχισμένα οχυρά των μπέηδων και των κυρίαρχων καπετάνιων, που αποτελούν ταυτόχρονα προμαχώνες και σύμβολα της ισχύος και της επιτυχίας των κατόχων τους.

Βλέπουμε τους ερειπωμένους Γουλάδες ή Μπεάνικα του τρίτου μπέη της Μάνης (στο διάστημα 1782-1798) Τζανέτμπεη Γρηγοράκη (1742-1813), και το συγκρότημα των Καπετανάκηδων στην Τρικότσοβα.

Στο νότο παρόμοια συγκροτήματα απαντούν μόνο στις βόρειες μεθοριακές περιοχές, όπως του Σκλαβουνάκου στον Πετρόλακκο του Πύργου Διρού. Εδώ βλέπουμε τη χαρτογράφηση των διαφόρων τύπων οχυρών εγκαταστάσεων στη Βορειοδυτική, δηλαδή την Έξω Μάνη.

Νοτιότερα, τόσο αποσκιερά όσο και προσηλιακά, απαντούν οι γειτονιές και οι οικισμοί με τα συγκροτήματα των γενιών και των κλάδων τους, που προκύπτουν από τη μελετημένη παράθεση και συσπείρωση των οικογενειακών σπιτιών και του πύργου που ελέγχει τα κοντινά και μακρινά σύγυρα. Εδώ, μια μικρή οίκηση, ένα «ξεμόνι», ενός μόνον οικογενειακού κλάδου.

Στα μετεπαναστατικά χρόνια και μέχρι τα τέλη του 19ου αι. διαδόθηκε ο τύπος των πυργόσπιτων με 3 ως 5 ορόφους, που μερικές φορές ξεπερνούσαν σε ύψος τους πολεμικούς πύργους.

Πολλοί οικισμοί σφραγίζονται από το πυκνό σύστημα των πολεμικών πύργων και των πυργόσπιτων. Εδώ, το κεφαλοχώρι του Νικλιάνικου. η πολύπυργος Κοίτα.

Τον οικισμό συγκροτούν οι γειτονιές, οι «μαχαλάδες», των επί μέρους γενών. Αποτελούνται από ομάδες συνεχόμενων συγκροτημάτων που διατάσσονται ώστε να έχουν τις δικές τους προσβάσεις, στενά δρομάκια, ρούγα, εκκλησία, κοιμητήριο. Οι μαχαλάδες των ισχυρότερων κλάδων είχαν τα πιο γεροκτισμένα και ψηλά σπίτια και ανάμεσά τους έναν ή περισσότερους «μαζικούς» ή «μερικούς» πολεμόπυργους εξοπλισμένους με πυροβόλα. Κοντά στους μεγαλογεννήτες ή σοϊλήδες έμεναν οι λιγοστές ανίσχυρες οικογένειες των φαμέγιων ή ακουμπισμένων. Οι αχαμνόμεροι έμεναν σε χωριστές γειτονιές και δεν μπορούσαν να χτίσουν πύργο, παρά μόνον εάν δυνάμωναν.

Το κεφαλοχώρι της Κοίτας υποδιαιρείται σε Άνω και Κάτω Χώρα και περιλαμβάνει τους μαχαλάδες 6 ισχυρών γενών και τα μικρά κτιριακά συγκροτήματα 3 προσκολλημένων κλάδων. Στα 1805 χαρτογραφούνται στο χωριό 22 τουλάχιστον πολεμόπυργοι. Στα 1950 το χωριό είχε συνολικά 250 κτίρια.

Όλα τα στοιχεία του οικισμένου χώρου υπακούουν και προκύπτουν από τους κώδικες ζωής του αρχαϊκού πατριαρχικού συστήματος των ένοπλων αιματοσυγγενικών ομάδων, που επικράτησε για αιώνες στη χερσόνησο. Η δυναμική των σχέσεων, οι διακεκριμένοι ρόλοι των φύλων, οι επιμέρους διαφοροποιήσεις με τις διαστρωματώσεις και ιεραρχήσεις στο Βορρά και στο νότο, εκφράζονται και αντανακλώνται στη χωροταξική κατανομή, την οργάνωση και τη μορφή των οικισμών και των κτιρίων. Εδώ ένα οικογενειακό δένδρο αποτυπωμένο σε ταφικό μνημείο. Εδώ διάγραμμα με την τυπολογία της οργάνωσης των γενεαλογικών ομάδων.

Τους σκληρούς αγώνες για ασφάλεια, προάσπιση ή και επέκταση των ζωτικών χώρων δηλώνουν ακόμα πολλά και χαρακτηριστικά είδη κατασκευών, όπως μεταξύ άλλων:

-τα οχυρωμένα σπήλαια, παρατηρητήρια και καταφύγια,
-τα κανόνια και λοιπά πυροβόλα,
-τα επιμέρους οχυρωματικά στοιχεία των κτιρίων (πολεμότρυπες, κλουβιά, πετρομάχοι, επάλξεις), τα συλλογικά αμυντικά έργα, όπως η οχυρωματική γραμμή «βέργα» του Αλμυρού στα σύνορα προς τη Μεσσηνία, μια τεθλασμένη μάντρα με άφθονες πολεμότρυπες και δύο πύργους - ντάπιες, όπου τον Ιούνιο του 1826 αποκρούστηκαν από τους Μανιάτες οι δυνάμεις του Ιμπραήμ.

Τον υλικό πολιτισμό αυτής της κοινωνίας συμπληρώνουν και άλλα έργα, που υπηρετούσαν τις υπόλοιπες βιοτικές ανάγκες, όπως: πολυάριθμα λιοτρίβια, πέτρινα μελίσσια (θερίδες), λιγότερο ή περισσότερο επιμελημένες κρήνες, διαμορφωμένα βράχια για το μάζεμα του αλατιού ή και πιο οργανωμένοι αλατότοποι, όπως στις παλιές αλυκές στο Τηγάνι, λιθανάγλυφα, χαράγματα, χρονολογίες που σφραγίζουν του τοίχους πολλών κατασκευών, κοιμητήρια, με τα ιδιότυπα οστεοφυλάκια των οικογενειακών ομάδων, τα σηκωτά κιβούρια, αλλά και με τις νεότερες, λιγότερο ή περισσότερο έντεχνες στήλες με ιδιαίτερες παραστάσεις.

Όλα αυτά και πολλά ακόμη συγκροτούν τεκμήρια της ιστορικής ταυτότητας και του υλικού πολιτισμού και συνθέτουν το Ανοικτό Μουσείο Χώρου και Κοινωνίας, που αποτελεί η χερσόνησος της Μάνης.

Ανάλογες πατριαρχικές και πολεμικές κοινωνίες έχουν αφήσει τα ίχνη τους, σε διάφορες εποχές και σε διάφορους άλλους τόπους, όπως :

-μεσαιωνικά χωριά της Ιταλίας. Στην εικόνα, το San Gimini
-οικισμοί στον Καύκασο. Στην εικόνα οχυρωμένος οικισμός στη Σβανέτια της Γεωργίας
-οικισμοί της Αραβίας και της Αραβικής ζώνης της Μεσογείου. Στην εικόνα οχυρός οικισμός στην έρημο του Μαρόκου.

Δράσεις διάσωσης και Προβολής
Τη μνήμη του ιδιαίτερου και σημαντικού παρελθόντος της Μάνης, βιώνει και τιμά η σημερινή κοινωνία των Μανιατών, τόσο μέσα στο χώρο της χερσονήσου όσο και στους νέους τόπους εγκατάστασης, όπου ζει η πολυάριθμη και δραστήρια διασπορά. Η μνήμη αυτή προσλαμβάνει συχνά τη μορφή τελετουργικών δράσεων, όπως στις τοπικές εθνικές γιορτές, στις 17 Μαρτίου ή στις 21 έως 26 Ιουνίου, οπότε αναφερόμαστε με μεγαλύτερη έμφαση στο ένδοξο και ηρωικό παρελθόν.

Όμως το χρέος και η ευθύνη για την απόδοση τιμής, καθώς και για την ανάδειξη και την πρόοδο της χερσονήσου δεν αφορούν μόνο τη μανιάτικη κοινωνία και τους οργανωμένους φορείς της, αλλά και την ευρύτερη Eλληνική κοινωνία και ιδιαίτερα την πολιτεία και τους εντεταλμένους κρατικούς φορείς.

Στον τομέα του πολιτισμού και της ανάδειξης των μνημείων έχουν γίνει ορισμένα βήματα, περισσότερα όμως είναι εκείνα που χρειάζεται να γίνουν.

Η Αρχαιολογική Υπηρεσία και το Υπουργείο Πολιτισμού έχουν καταγράψει και κηρύξει ως διατηρητέα αρκετά μνημεία και χώρους διαφόρων εποχών. Έχουν επίσης προχωρήσει σε αναστηλώσεις και επισκευές, ιδίως εκκλησιών, αλλά πολλά ακόμα απομένουν να γίνουν στους τομείς αυτούς.

Το Υπουργείο Χωροταξίας χαρακτήρισε το 1978, 68 οικισμούς της Λακωνικής και 2 της Μεσσηνιακής Μάνης ως, παραδοσιακούς. Άλλοι 28 οικισμοί της Λακωνικής Μάνης θεσμοθετήθηκαν ως παραδοσιακοί το 1998. Επίσης το 1993 και 1994 θεσπίσθηκαν από το ΥΠΕΧΩΔΕ ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης τόσο στους παραδοσιακούς οικισμούς όσο και στην ύπαιθρο.

Το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο αλλά και το Εθνικό ίδρυμα Ερευνών έχουν σχεδιάσει και εφαρμόσει προγράμματα τεκμηρίωσης και έχουν πραγματοποιήσει δημοσιεύσεις για το μνημειακό πλούτο.

Επιστημονικά σωματεία, όπως η Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, η Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών και αρκετά άλλα, με τα συνέδρια, τα περιοδικά, τις εκδόσεις και τις μορφωτικές εκδηλώσεις τους, έχουν προσφέρει πολύ σημαντικό επιστημονικό και κοινωνικό έργο. Φυσικά, το έργο αυτό στηρίζεται στις επίπονες και συνεχείς προσπάθειες γνωστών προσωπικοτήτων.

Ορισμένοι φορείς, όπως ο Ε.Ο.Τ., το Υπουργείο Πολιτισμού, το ΥΠΕΧΩΔΕ, η Περιφέρεια Πελοποννήσου, οι δύο Νομαρχίες και η τοπική αυτοδιοίκηση, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και το Μουσείο Μπενάκη, σχεδίασαν και εφάρμοσαν ειδικές παρεμβάσεις για την ανάδειξη και ανάπτυξη της περιοχής σε συσχετισμό με τη διάσωση και αξιοποίηση της μνημειακής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και την προώθηση μορφών ήπιας τουριστικής ανάπτυξης.

Το 1975, έτος εορτασμού της «Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς», ο ΕΟΤ με γενικό γραμματέα τον κ. Τζαννή Τζαννετάκη ξεκίνησε το Πρόγραμμα παραδοσιακών οικισμών. Από τη Μάνη περιλήφθηκαν ο οικισμός της Βάθειας και ο πύργος Καπετανάκου στην Αρεόπολη. Το πρόγραμμα προέβλεπε την αποκατάσταση των κτιρίων σε ξενώνες ή σχετικές εγκαταστάσεις, με παραχώρηση της επικαρπίας τους για 11 αρχικά χρόνια και στη συνέχεια την επιστροφή των κτιρίων στους ιδιοκτήτες. Σκοπός ήταν η οργανωμένη πιλοτική - παραδειγματική δράση για την αξιοποίηση των παραδοσιακών κτιρίων.

Στην Κρανάη Γυθείου αποκαταστάθηκαν από τον ΕΟΤ τα δύο ιστορικά κτίρια, ο πύργος και ο φάρος.

Ο ιστορικός πύργος Τζαννετάκη μεταβιβάστηκε το 1978 στον ΕΟΤ και διαρρυθμίστηκε σε Ιστορικό - Εθνολογικό Μουσείο. Από το 1993 φιλοξενεί την έκθεση «Περιηγητές στη Μάνη, 15ος-19oς αι.», την οποία οργάνωσε το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Ο μαρμάρινος φάρος του 1873 περιήλθε το 1989 στον ΕΟΤ και το 1994 αποκαταστάθηκε ώστε να στεγάσει το Ναυτικό Μουσείο της Μάνης.

Η έκθεση των περιηγητών επισημαίνει τις χώρες προέλευσης, παρουσιάζει τις μαρτυρίες από τα ταξίδια τους, καθώς και τα δρομολόγια που ακολούθησαν στο εσωτερικό της Μάνης.

Επιδιώκει να αποτελέσει το έναυσμα για ένα κύκλο πρότυπων μορφωτικών ξεναγήσεων. Ο σχεδιασμός των πολιτιστικών διαδρομών συνδυάζεται με την πρόταση οργάνωσης ενός βασικού δικτύου μουσείων - χώρων υποδοχής εκδηλώσεων και κέντρων ενημέρωσης των επισκεπτών.

Το 1993 καταρτίστηκε από τη Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Πελοποννήσου το Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Μάνης 1994-1999, με έξι υποπρογράμματα και συνολικό προϋπολογισμό 16,5 δις δραχμές. Για τη συντήρηση μνημείων και την ανάδειξη του περιβάλλοντος προέβλεπε χρηματοδοτήσεις 4 ως 5 δις δρχ.

Από το 1994 κ.ε. συντάχθηκε, εγκρίθηκε και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση η Κοινοτική Πρωτοβουλία LEADER II με προϋπολογισμό 1,2 δις δρχ. Το πρόγραμμα που συνέταξε η Ομάδα Τοπικής Δράσης Μάνης και διαχειρίζεται η Αναπτυξιακή Εταιρεία «ΜΑΝΗ Α.Ε.» περιλαμβάνει χρηματοδοτήσεις 40 έργων στους τομείς του αγροτουρισμού, των μικρών επιχειρήσεων και της αξιοποίησης της αγροτικής παραγωγής.

Το 1997 καταρτίστηκε από το ΥΠΕΧΩΔΕ και τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λακωνίας το Ειδικό Πρόγραμμα για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη της Λακωνίας με προϋπολογισμό ύψους 1,2 δις για τη Μάνη. Εκτός από την ύδρευση και τις βελτιώσεις των παραλιών προβλέπονταν 24 έργα αναπλάσεων σε αστικούς χώρους και σε αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς, συνολικού ύψους 550 εκατ. δρχ.

Στην ανάδειξη της τοπικής αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας αποσκοπούν και έργα που χρηματοδοτούνται από το Περιφερειακό Πρόγραμμα (Π.Ε.Π.) Πελοποννήσου και εκτελούνται από τη ΔΕΠΟΣ Α.Ε. για την ανάπλαση των λιθόστρωτων και πλατειών στην Αρεόπολη καθώς και στις Θαλάμες.

Από τα Περιφερειακά και εθνικά προγράμματα χρηματοδοτούνται ή θα χρηματοδοτηθούν επίσης έργα που αποδίδουν νέες μουσειακές χρήσεις του Υπ. Πολιτισμού σε σημαντικά κτίρια, όπως:

-στα ιστορικά κτίρια του καπετάνιου Μούρτζινου στην Καρδαμύλη,
-στον πύργο Πικουλάκη στην Αρεόπολη,
-στο συγκρότημα Στυλιανού Μαυρομιχάλη στην Αρεόπολη,
-στο παλιό Παρθεναγωγείο στο Γύθειο, το οποίο θα μετατραπεί σε Αρχαιολογικό Μουσείο Μάνης.

Τέλος, από το 1996 κ.ε. εφαρμόζεται το ειδικό πρόγραμμα του Μουσείου Μπενάκη για τη Μάνη. Έχει ως επίκεντρο το Λιμένι και την Αρεόπολη, που επιδιώκεται να καταστούν πόλοι μελετημένης ανάπτυξης και αναβάθμισης της χερσονήσου. Προβλέπονται θεσμικές παρεμβάσεις για την προστασία του χώρου και η δημιουργία δύο ερευνητικών και μουσειακών πόλων, δηλαδή:

α) του Μουσείου Μέσα Μάνης και Μαυρομιχαλαίων, που θα στεγαστεί στο Παλάτι των Μαυρομιχαλαίων.
β) του Κέντρου Μελέτης Αρχιτεκτονικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Μάνης, το οποίο θα στεγαστεί στο ερειπωμένο σήμερα μοναστήρι της Παναγίας Ευρέτριας, το οποίο θα αποκατασταθεί. Εδώ, βλέπουμε το σχέδιο διαμόρφωσης του κεντρικού κτιρίου και των προκτισμάτων.

Πρόταση
Πέρα από τις δράσεις των αρμόδιων φορέων, οι προσωπικές και οικογενειακές πρωτοβουλίες πολλών Μανιατών και άλλων έχουν δώσει ορθά δείγματα γραφής με τη μέριμνα και τη φροντίδα για τα ιδιόκτητα κτιριακά και μνημειακά έργα και κειμήλια, που τους ανήκουν. Έχουν πληθύνει οι μελετημένες πετρόχτιστες νέες κατασκευές καθώς και οι αποκαταστάσεις παλαιών κτιρίων, που χρειάζεται να γίνονται με προσοχή.

Αναντικατάστατη και πολύτιμη είναι επίσης η προσωπική εργασία και δημιουργική προσφορά των ανθρώπων εκείνων που είτε ενταγμένοι σε οργανωμένα σχήματα ή από μόνοι τους. αυτόνομα, προωθούν με τις δράσεις τους σημαντικά θέματα του πολιτισμού, της επιστήμης, της προστασίας της πολιτιστικής ταυτότητας.

Όμως πέρα από τη σφαίρα των ιδιωτικών προσπαθειών πιστεύουμε ότι υπάρχει ανάγκη και σκοπιμότητα για συστηματικές συλλογικές δράσεις, που επιστρατεύουν τη φιλοτιμία και την πατριωτική συνείδηση των Μανιατών.

Οι χρηματοδοτήσεις και οι υπηρεσίες του κράτους είναι φανερό ότι δεν επαρκούν για να επιληφθούν του μνημειακού πλούτου. Πέρα από τα εκκλησιαστικά μνημεία, που εμπίπτουν κατεξοχήν στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Πολιτισμού και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενα φροντίδας των εκκλησιαστικών συμβουλίων και των πιστών χορηγών, προτείνουμε να δοθούν ορισμένα απτά παραδείγματα του ενδιαφέροντος των Μανιατών για την ιστορική και μνημειακή κληρονομιά τους. Οργανωμένοι φορείς Μανιατών να αναλάβουν ορισμένες παραδειγματικές υιοθεσίες επίλεκτων μνημείων, κατά προτεραιότητα εκείνων που αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης και καταστροφής ενώ αποτελούν τα ισχυρότερα τοπόσημα της ψυχής της Μάνης.

Ρηγματωμένοι πύργοι, όπως των Μεσίσκλη στη Νόμια, αλλά και αρκετοί άλλοι, μπορούν να στερεωθούν, να συντηρηθούν και να αποτελέσουν επισκέψιμα μνημεία. Οι χρηματοδοτήσεις θα συγκεντρωθούν με ειδικούς εράνους.

Η ικανοποίηση από τη διάσωση και ανάδειξη τέτοιων σπουδαίων μνημείων με ζωή πολλών αιώνων συμβαδίζει με το διαρκές χρέος να παραδοθεί στις μελλοντικές γενιές ένα σημαντικό μέρος της κληρονομιάς που έφθασε μέχρι εμάς.


 Πρόεδρος Π.Ε.Γ.Μ. ] Παλλακωνική Ένωση ] Εν. Απ. Μανιατών ] κ. Τζαννετάκης ] Δ. Πειραιά ] Ν.Α. Λακωνίας ] Ν.Α. Μεσσηνίας ] Δ. Αβίας ] Δ. Λεύκτρου ] Δ. Γυθείου ] κ. Κουτσιλιέρης ] [ κ. Σαΐτας ] κ. Σ. Καλαντζάκου ] κ.Π. Σκανδαλάκης ] κ. Παν. Μελάς ] Αν. Νομ. Πειραιά ] κ. Γεωργόπουλος ] Σύλλογος ΚΡΑΝΑΗ ] Σύλλογος ΔΙΡΟΣ ] κ Κοκκινάκης ] Ψήφισμα ] Δελτίο Τύπου ]