Δικότυλο απέταλο φυτό της
τάξης των σανταλωδών της οικογένειας
των λωρανθιδών και του γένους βίσκου.
Το επιστημονικό του όνομα είναι «βίσκον
το λευκόν». Είναι αειθαλής θάμνος πού
φυτρώνει σε τούφες πάνω σε κλαδιά
οπωροφόρων και άλλων δέντρων, π.χ.
μηλιάς, αχλαδιάς, λεύκης, ελάτης,
φιλύρας, όπου ζει μισοπαρασιτικά. Έχει
χρώμα πράσινο ή υποκίτρινο και ανθίζει
το Μάρτιο - Απρίλιο. Είναι δίοικο φυτό
με μικρά κιτρινοπράσινα λουλούδια,
μασχαλιαία ή επάκρια, χωρίς μίσχο, σε
κεφάλια. Τα φύλλα του είναι πολυετή,
αντίθετα, σαρκώδη - δερματώδη,
στενόμακρα και τα κλαδιά του στρογγυλά
με δικρανοειδείς διακλαδώσεις.
Επειδή κάθε χρόνο κάνει και
μια διχοτομική διακλάδωση, μπορούμε
από τις διακλαδώσεις να ορίσουμε την
ηλικία του φυτού. Ο καρπός είναι
σφαιροειδής άσπρη κάψα, μονόσπερμος, με
γλοιώδη κολώδη χυμό, διαμέτρου δώδεκα
περίπου χιλιοστών. Η ιξώδης σάρκα που
περιβάλλει τα σπέρματα λέγεται ιξός.
Ο Ιξός έχει περίεργη
βιολογία κατά τη βλάστηση τα σπέρματα
δίνουν βλαστίδιο, το οποίο έχει
αρνητικό φωτοτροπισμό. Καθώς η κορυφή
του κυρτώνεται προς τα κάτω, στην
επιφάνεια της φλούδας του κλαδιού,
πλατύνεται, προσκολλάται σ' αυτήν και
μερικά κύτταρα τρυπούν τη φλούδα και
σχηματίζουν μυζητήρες που φτάνουν ως
το κάμβιο. Το φαρδύ βλαστίδιο πάνω στη
φλούδα μόλις τον τρίτο χρόνο
σχηματίζει τα δύο πρώτα φύλλα. Οι
καρποί που μοιάζουν με κερασάκια
τρώγονται από τα πουλιά και οι σπόροι
τους μπορούν να γονιμοποιηθούν μόνο
αφού περάσουν από το πεπτικό σύστημα
των πουλιών. Ο Ιξός όταν αναπτύσσεται
πολύ, εξαντλεί σε μεγάλο βαθμό το φυτό
στο οποίο παρασιτεί, σε σημείο που αυτό
μπορεί και να ξεραθεί.
Από την αρχαιότητα
θεωρούνταν θεραπευτικό φυτό και αυτό
το αναφέρουν και ο Θεόφραστος και ο
Πλίνιος. Ακόμη και τώρα το αφέψημα του
χρησιμοποιείται κατά του κοκίτη, κατά
της αρτηριακής πίεσης και εξωτερικά
κατά των ρευματικών ενοχλήσεων.