Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

άβαρος, επίθ. λέγεται στη φράση «εγίνηκε άβαρος», δηλαδή εξησφάλισε οικονομική ευρωστία.

αβασκαίνου, αρχ. βασκαίνω.

άβρουτος, επίθ., ο αδέξιος στη συμπεριφορά και στην όλη εμφάνιση αγροίκος. Πιθανώς σχετιστέο με το άβροτον = απάνθρωπον ή άβρωτος=ξηρός του Ησυχίου.

αγάλη-αγάλη, σιγά-σιγά, το άκουσα σε στίχους χορευτικού άσματος:
σιγαλά κι αγάλη γάλη
μην πατάτε μνια την άλλη,
σιγαλά και λέχια λέχια
μην πατάτε τα βελέχια.
Το αγάλη καθώς και οι τύποι γαληνά και αγάλια κατά τον Χατζιδάκη («Ερωτόκριτος», έκδ. Ξανθουδίδη σ. 477) προήλθαν από το επίθ. γαληνός.

αγανεύου, το αυτό και αγανολοού = ανιχνεύω για να βρω και να πιάσω ορτύκια.

αγανιά και γανιά, η κίνηση για την ανεύρεση ορτυκιών.

αγγελία η, η βοήθεια που δίνεται σε διακονιάρη συνήθως σε είδος, ψωμί ή λάδι ή σμιγάδι.

αγγελίζου, δίνω βοήθεια σε διακονιάρη που έρχεται στο σπίτι μου.

αγγελικάτος, επίθ. ο λεπτός και ωραίος στην όψη, αγγελική μορφή.

αγγιάζου, αγγίζω πονεμένο σημείο του σώματος και προκαλώ πόνο.

αγγίζου, αγγίζω και μεταφορική σημασία θίγω τη φιλοτιμία κάποιου.

άγγιχτος, επίθ., άθικτος.

αγιριορίτης, α, ίτικο, ο βλοσυρός στην όψη και αγροίκος στους τρόπους.

αγιριοπούλια τα, τα εκτός των ορτυκιών πουλιά.

αγιριολαία, αγρία ελαία. Συνήθεις οι φράσεις «εγίνη ή τον έκαμε αγιριολαία», δηλαδή έξω φρενών.

αγκελούνου, κεντώ με κάτι αιχμηρό και μεταφορικώς θίγω κάποιον.

αδεία η, διαθέσιμος χρόνος φρ. «δεν έχου την αδεία μου να ρουγεύου». Δηλαδή δεν διαθέτω χρόνο για άσκοπες συζητήσεις στη ρούγα.

αιδιάζου, κενώνω, 2) έχω διαθέσιμον χρόνον.

αιδιονίζου θυμωμένος εκσφενδονίζω κάτι.

αγιδιονιώμαι κινούμαι με βήματα μεγάλα αλλά ασταθή.

αγροικητά, επίρρ., από φήμη «το ξέρου από αγροικητά» εκ φήμης.

αγροικού, ακούω, 2) πείθομαι, υπακούω, πρτ. αγροίκου, μελλ. αγροικήσου, αόρ. αγροίκησα πρκ. έχου αγροικημένο. Μεσ. αγροικιώμαι, μελλ. αγροικηθού, αόρ. αγροικήθηκα, παρακ. είμαι αγροικημένος, πείθω κάποιον, 3) δίνω αφορμή να συζητούν εις βάρος μου.

αδίκιωτος, επιθ., αυτός του οποίου ο εχθρός, ο οποίος τον έβλαψε, μένει ατιμώρητος.

αζάτος, επιθ. ο ευκίνητος, ο ικανός για δράση.

αζουδία η, κακοτυχία

άζουδος, επίθ. κακότυχος.

αθρώποι, οι παροξύτονοι τύποι των πλαγίων πτώσεων έδωσαν στη δωρική διάλεκτο την παροξύτονη ονομαστική, η οποία διατηρείται μέχρι τώρα στη γλώσσα της Μάνης.

αθίγγιος, επιθ. άθικτος.

άϊσκιος, επιθ. ο στερούμενος προσωπικότητας, ο μη υπολογίσιμος.

ακαρνάκια, επίρρ., μεταφορά κυρίως παιδιού που κάθεται στο σβέρκο του μεταφέροντος με τα πόδια κρεμασμένα στο στήθος.

ακουά η, φήμη.

ακληρία η, έλλειψη αρσενικών παιδιών, β) γόνος ανάξιος λόγου.

ακριβός, επίθ. εκτός της γνωστής σημασίας στη Μάνη έχει και τη σημασία προσφιλής.

άκχια η, σπανίως το ουδέτερο. Προέρχεται από το άξια. Το ημίφωνο δηλαδή αφομοιούμενο κατά την αηχία προς το σ δίνει τον τύπο άκχια < άξια. Στον καθημερινό λόγο ακούγεται άξια χωρίς συνίζηση και το αρσενικό πάντοτε άξιος.

αλάργα, επίρρ. μακρά.

αλαχτοπατού, λαχτίζω πεσμένον κάτω.

αλικόιντο, καθυστέρηση, εμπόδιο.

αλικοντού, καθυστερώ κάποιον, παρεμποδίζω. το μεσ. Αλικοιντιώμαι σημαίνει ότι καθυστερώ για λίγο την κίνησή μου.

αλισπακίδα η, ο καρπός φασκομηλιάς, η οποία στη Μάνη λέγεται σπάκα από το αρχαίο σφάκος, καθώς και η αλισπακίδα από το άρχ. ελελίσφακος.

αλλαβία, επίρρ. ευθύς αμέσως.

αλλαγιάζου, παίρνω από κάποιον το φορτίο που μεταφέρει για να τον ξεκουράσω ή τον διαδέχομαι στην εργασία που κάνει.

αλλέως, σύνηθες το επίρρημα, λέγεται δε συνήθως στο αλώνι κατά την αναστροφή των ζώων που πατούν τα στάχυα.

αμέλας, σκοτοδίνη.

αμιλάχτυπα, λέγεται για επίθεση ξαφνική και απροσδόκητη αμορολόητος, επίθ. αυτός για του οποίου την εξαφάνιση δεν εγνώσθη τίποτα.

αμπάλι, επίρρ. που σημαίνει άλλοτε λοιπόν και άλλοτε άλλως.

αμπάρι το, εκτός της συνήθους σημασίας δηλώνει και το τμήμα του σπιτιού που έχει πάτωμα. Το προς την κάμαρα άκρο του αμπαριού το λένε «ποδοκρεβαιταιές»

αμπολυσία η, ελευθερία βοσκής των ζώων σε περιοχή που θέρισαν τα σπαρτά. Συνήθως γινότανε γνωστή με κωδωνοκρουσία.

αμπουρίχνου, μεταδίδω το νόσημα από το οποίο πάσχω.

αμπουρώνου, καταπραΰνω την οργή θυμωμένου κυρίως παιδιού.

αναβελάζου, βγάνω κραυγές πόνου εξ αιτίας ξαφνικού χτυπήματος.

αναβλεμματίζου, συνέρχομαι από ασθένεια.

αναγαλακούνου, και αναγαλακιάζου ανακατώνω κυρίως αλεύρι ή πίτουρα με νερό. 2) πλένω τα ρούχα ατελώς.

αναγαλεύου, αναμοχλεύω.

αναγαλλιάζου, αγάλλομαι.

αναδεύου, ανακατώνω κάτι. Το μέσον σημαίνει ότι κινείται άνθρωπος ή ζώον σε σκοτεινό χώρο βραδέως.

αναδρουκιάζει, λέγεται για επιφάνεια, κυρίως τοίχο, που παρουσιάζει περιοδική υγρασία.

αναθεούνου, ανακατώνω πράγματα ή προκαλώ έριδα μεταξύ ανθρώπων. Το μέσον σημαίνει ότι παίρνω απειλητική στάση.

ανακαπελαρώνομαι, κυρίως στη φράση «εκουβειντιάζασι ήσυχα κι άξαφνα ανακαπελαρώθησα», δηλαδή πήρανε απειλητική στάση ο ένας εναντίον του άλλου.

ανακαρούνου, συνέρχομαι από δοκιμασία κυρίως σωματική.

ανακύλιση η, ανατροπή, καταστροφή.

αναλασμός, μεγάλη ταραχή, θρήνος.

αναλυγκαίνου, έχω σπασμούς από λόξυγγα.

αναμαιτιάζομαι, συνεννοούμαι δια νευμάτων.

αναμουρεύομαι, μιμούμαι ειρωνικά τις εκφράσεις κάποιου.

αναμουιριάρης, α, ικο, ο είρων.

αναμπαίζου, εμπαίζω κάποιον με μορφασμούς ή μιμούμενος λόγους και χαρακτηριστικές κινήσεις του.

αναμπουρδώνου, αναταράζω υγρό, κυρίως νερό, προκαλώντας θολότητα.

ανανοού, σηκώνω κάποιον από τον ύπνο, εφιστώ την προσοχή κάποιου. Το μέσον σημαίνει ότι σηκώνομαι από τον ύπνο, αλλά και ωριμάζω, αποκτώ συναίσθηση.

αναντρανίζου, προσβλέπω κάποιον επιτιμητικά και απειλητικά.

αναπαρούνου, απομακρύνω τις πέτρες από το χωράφι ή τον δρόμο.

αναπολιτάνα, μόνο στη φράση «έναι μέσ' την αναπολιτάνα του», δηλαδή αυτό του αρέσει πάρα πολύ.

αναρρού, βοηθώ κάποιον να απαλλαγεί από αυτόν που του επετέθη. Αναιρριώμαι προσπαθώ να απαλλαγώ από αυτόν που μου επετέθη χωρίς να αντεπιτίθεμαι αρχ. αναρρύομαι.

ανασβορνταριστά, επίρρ. εκφράζομαι με υπονοούμενα.

ανασοά η, ανακούφιση.

ανατραντάζου, αναταράσσω.

αναφέρνομαι, κλαίω βγάνοντας διακεκομμένους και μόλις ακουομένους λυγμούς.

αναφούφουλα, επίρρ. συσσωρεύω κάτι, κυρίως χόρτα, χωρίς να το συμπιέζω.

αναφτερακιάζου, συνέρχομαι από ασθένεια.

αναχασκίζου, ανοίγω το στόμα μου.

αναχλιαίνου, ευχαριστούμαι, χαίρω.

ανεβατίζει, το ζυμάρι δείχνει ότι σε λίγο θα είναι έτοιμο για να πλασθεί.

ανεβουτό, τηγανόψωμο που έγινε από ζυμάρι παρασκευασμένο με τη διαδικασία που γίνεται και το ψωμί.

ανέγγιαγος ο, αυτός που δεν ανέχεται άγγιγμα.

ανέφελος, η, ο, ο στερούμενος δυνάμεως, κυρίως λόγω ηλικίας.

ανθρωπέα η, η κοπριά.

ανοστόλα η, γυναίκα μεγαλόσωμη και άσχημη.

αντζί το, η γάμπα και από αυτό αντζουλοπχιασμένη, αυτή που της χάιδεψαν το αντζί, τη γάμπα.

αντικούφουρα, επίρρ. λέγεται για περιπτώσεις αντικειμένων που δε στηρίζονται καλά εφαπτόμενα ατελώς της υποκείμενης επιφανείας.

αντιλοϊσμένος, η, ο, ο αφηρημένος, ο βραδύνους.

αντιλοού, παθαίνω προς στιγμή διαταραχή της σκέψεως, ζαλίζομαι. αντισοπόνοιο, η υπόνοια, καχυποψία.

αντίψυχος, επιθ. ο προσφερόμενος να θυσιασθεί δίνοντας τη ζωή του για να σώσει άλλον.

αντιριανός, επιθ. ισχυρός.

αντραπηδού, κάνω επιτόπια άλματα.

άοικος, η, ο, άφαντος.

αουιριάζομαι βγάνω κραυγές που εκφράζουν κάτι μεταξύ οργής και πόνου, αρχ. ωρυάομαι.

απανταίνου, συναντώ.

απαφημένη η, αυτή που δεν παντρεύτηκε.

απέει, επίρρ. κατόπι τοπικό και χρονικό.

απηλοούμαι, απαντώ, συνήθως σε αυτόν που φωνάζει από κάποια απόσταση, το συγχέουν κάποτε με το απολογούμαι, ακούγεται όμως και ο τύπος απολοούμαι.

απιτός επίθ. επί ανθρώπων ο ταπεινός στην ψυχή και το φρόνημα και επί πραγμάτων κατωτέρας ποιότητος. Για το έτυμο υποθέσεις μόνο.

απλοχουρία η, ευρυχωρία.

απογδύμνια τα, τα εις άλλον παραχωρηθέντα παλαιά ενδύματα.

απογιαλεγούιδα τα, τα τελευταίας διαλογής αντικείμενα.

απόγυρα, επίρρ. παράμερα.

απογυρίζου, παρεκκλίνω της πορείας για να αποφύγω συνάντηση με ανεπιθύμητο πρόσωπο. Σε έναρξη εχθροπραξιών ελέγετο η φράση «Ζου λέου να μ' απογυρίζεις κι όπου ζου βολεί να περπατάς».

αποδέλοιπα τα, τα υπόλοιπα.

αποζούμι, και συνηθέστερα στον πληθ. αποζούμνια, τα υπολείμματα υδαράς τροφής.

αποθειρια η, το τέλος του θερισμού, 2) ό,τι απομένει στο χωράφι μετά το θερισμό και τρώγεται από τα ζώα.

απόιθιώμαι, κάθομαι έπειτα από κοπιώδη εργασία ή πορεία.

αποκιριανέσκει, κυρίως στη φράση «αποκιριανέσκει η πάντα του» που λέγεται για άνθρωπο που έχασε αδελφό και μένει εκτεθειμένος στους ανέμους των περιστάσεων.

απόκλαδα τα, ό,τι απομένει από τα κομμένα κλαδιά που φάγανε τα ζώα.

αποκοντρία η, υποχονδρία.

αποκοντυλιού, αποπνίγομαι κατά την κατάποση.

απομάνου, υπομένω.

απόντε, απόταν, χρονικό, φανερώνει κυρίως χρονική αφετηρία σημαντικών γεγονότων, «απόντ’ ανανοήθηκα όλο φαρμάκια κι αλόες».

απονύχτερος, η, ο, ο διανυκτερεύσας έξω από το σπίτι. Λέγεται και επί ανθρώπου ανόητου, αλλά και για ζώο που δεν εγύρισε τη νύχτα στο σταύλο.

αποπά, αποδώ.

απόπλυμα το, ό,τι άφησε κάποιος από αυτό που έπινε.

αποπχιάνομαι, ερίζω με κατώτερόν μου, 2) μετέχω σε εχθροπραξίες της οικογενείας μου εναντίον αντιπάλων της.

αποσκιάδα η, η σκιά και μεταφορικώς η προστασία, «να 'στε καλά χιλιόχρονοι να ζου στην αποσκιάδα ζας»

αποσκιάζου, είμαι υπολογίσιμος ως αντίπαλος.

απόσκιο το, σκιερό μέρος.

αποσούνου, φτάνω στον προορισμό μου, 2) φέρω κάτι εις πέρας.

αποσταμιχιά η, ανάσα του διαφυγόντος μακρά καταδίωξη, λιγόλεπτη διακοπή μακράς πορείας.

αποταχιά, συνηθέστερα λέγεται τ' αποταχιά και σημαίνει το πρωί ενωρίς και απλό ταχιά και σημαίνει την επαύριο.

αποφασίζου, ν.ε. αποφασίζω, μεταφορική σημασία επί ασθενούς για τον οποίον γνωματεύσανε οι γιατροί ότι δεν υπάρχει ελπίς σωτηρίας. «Τον αποφασίσασι».

αποφόρι, φθαρμένο ρούχο που εδόθη σε άλλον.

αποχώνιο, διαταραχή κατά την πέψη λόγω στενοχώριας.

αρβάλα η, το αυτό και αρβάλι το, χάλκινο δοχείο για μεταφορά νερού, ευρύ κάτω στενότερο επάνω, δωρ. αρυβαλίδα.

αργάζομαι, αντιλαμβάνομαι, πέφτει κάτι στην αντίληψή μου.

άργαση η, νερό βρασμένο με φύλλα βελανιδιάς και φασκομηλιάς, με το οποίο πλένουν τα πιθάρια.

αργάτης ο, ξύλινος στύλος ύψους περίπου 2.1/2 μέτρων. Περί το μέσον του στύλου υπάρχει τρύπα, από την οποία περνούν ξύλο ενός περίπου μέτρου, το μανέλλι. Δυο εργάτες με τους ώμους ωθούν το μανέλλι και περιστρέφουν τον αργάτη. Περί τον αργάτη τυλίγεται χοντρό σκοινί, του οποίου το ελεύθερο άκρο απολήγει σε βρόγχο. Το βρόγχο αυτόν βάζουν στην άκρη της μανέλλας, η οποία είναι ξύλινο δοκάρι δυο περίπου μέτρων. Το ένα άκρο της μανέλλας είναι σφηνωμένο σε κατάλληλη υποδοχή της μηχανής (πανωμάκενας) και το ελεύθερο δέχεται το βρόγχο. Έτσι δημιουργείται σύστημα έλξεως. Η πανωμάκενα κατεβαίνοντας πιέζει τον πολτό των ελαιών, που είναι στις τσαντίλες, δηλαδή σε φακέλους κατασκευασμένους από αραιοϋφασμένο γιδόμαλλο.

αργολαβία η, ν.ε εργολαβία και μεταφορικά η ερωτική σχέση.

αργολάβος ο, ο εργολάβος και μεταφορικά ο εραστής.

αρκάνη η, το πάνω μέρος του τοίχου της αυλής πάνω στο οποίο τοποθετούν τα δεμάτια των ξύλων, τα γουμάρα, αρχαίο έρκάνη.

αρμάκι το, στενόμακρο χωράφι σχηματισμένο σε πλαγιά με αναλημματικό τείχος, αρχ. έρμαξ.

αρμουνεύου συμβουλεύω, καθοδηγώ αρχ. ερμηνεύω.

αρμούνιο η, συμβουλή, νουθεσία.

αρνοπόκια τα, οι πόκοι των αρνιών.

αρτεσία η, τα διατηρούμενα στο σπίτι μη νηστήσιμα τρόφιμα.

αρφανοgλησίδι το, εγκαταλελειμμένος ναΐσκος.

ασιλάνης ο, κακοποιός.

ασκαδαιριά η, συκιά που παράγει τα ασκάιδα, αρχ. ισχάδες.

ασκαρντί, επίρρ., παρά λίγο.

ασκιγιά η, εργαλείο από δέρμα στο οποίο δίνουν κωνικό σχήμα, το προσαρμόζουν σε ξύλο μήκους πενήντα περίπου εκατοστών και με αυτό μαζεύουν τα αμπολύματα, δηλαδή τα σμήνη των μελισσών και τα βάνουν στις κυψέλες.

ασκολιού, σχολάω.

ασμπάρα η, μοχλός πόρτας, μπάρα.

ασμπαρούνου, κλείνω επιμελώς και ασφαλίζω το σπίτι, το μεσ. ασμπαρούνομαι, μένω κατάκλειστος.

άσο, άκλιτος τύπος που δηλώνει κάτι μεταξύ παρρησίας και τόλμης. «Τον εσκυλόβριζε η γυναίκα του και δεν είχε τον άσο ναν τηςε δώκει μία μουστρουχιά». Τον έβριζε η γυναίκα του και δεν ετόλμησε να της δώσει ένα μπάτσο.

άστα η, το μικρό κοντάρι στο οποίο προσαρμόζονται οι βέργες της κυνηγετικής απόχης. Λατ. hasta.

αστάκι τη γενιάς, ο καλύτερος των ανδρών της πατριάς.

αυγατίζου, προχωρώ ικανοποιητικά την εργασία μου.

αυτιριάζομαι, το αυτό και αυτιάζομαι, πταρνίζομαι.

αφρουλιάζου, μιλώ οργισμένος και βγάνω αφρούς (σάλιο) από το στόμα.

άχιουρα τα, άχυρα.

άχνα η, στη φράση «μη βγάλεις άχνα», δηλαδή κράτα κλειστό το στόμα ώστε να μη βγάλεις όχι λέξη μα ούτε αχνό.

αχρόνιαστος, η, ο, δεν πέρασε χρόνος από τη γέννηση ή το θάνατο κάποιου. Λέγεται και ως κατάρα και σημαίνει να πεθάνει, πριν περάσει ο χρόνος, αυτός κατά του οποίου η κατάρα.

αψυχού, συνήθως με άρνηση «δεν αψύχου», δηλαδή δεν αποτολμώ.


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] [ Ιδίωμα Α ] Ιδίωμα Β ] Ιδίωμα Γ ] Ιδίωμα Δ - Ι ] Ιδίωμα Κ ] Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] Ιδίωμα Π - Ρ ] Ιδίωμα Σ - Τ ] Ιδίωμα Υ - Ω ]