Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

καβαντόγιο το, θαλάσσιο κήτος.

καβατζάρου, παραπλέω κάβο ή ως οδοιπόρος περνάω βουνό.

καβελλαρώνου, επιτίθεμαι.

καβούτσι το, το αδέρφι και υποκοριστικό καβουτσάκι αδερφάκι και καβούτσος ο αδελφός.

καένας, καμμία, καένα, κανείς.

καζάκα η, η ζακέττα.

καζίκα και καζίκι το, εύθραστο παλούκι.

καζίο το, ατύχημα, ζημία.

καθεσίο το, ανάπαυση.

καθίγκλα η, η καρέκλα.

καθοικιά η, το κοτέτσι.

καθολογιώμαι, αποφεύγω την εργασία.

καθούλα η, αυτή που κάθεται.

κακαγροίκητος ο, απείθαρχος, ο μη υπακούων.

κακειακλήρης ο, γόνος ανάξιος λόγου.

κακειολέβας και ουδέτερο κακειολέβικο, ρέπει προς την κλοπή.

κακοπάτζαλος ο, ο αδέξιος στους τρόπους.

κακοστραδεία η, πορεία υπό κακούς οιωνούς.

καλαμπουκάνα, το μακρύ πέος, επίδραση από το καλαμοκάνης.

κάλεσμα το, η πρόσκληση σε γάμο.

καλεστική η, το σύνολο των προσκληθέντων στο γάμο. Οι προσελθόντες στο γάμο χαρακτηρίζονται με τον όρο καλεστικοί.

καλησπέρο η, η εκουσίως απαχθείσα.

καλόγνωμος ο, καλοπροαίρετος, με αγαθές διαθέσεις για τους ανθρώπους.

καλομοίρα η, κόρη έχουσα αμφότερους τους γονείς και αρσενικά αδέλφια.

καλοπεσάς ο, ο καλοπροαίρετος, ο συνεργάσιμος.

καλοστραδεία η, πορεία με καλούς όρους.

κάμαρα η, το προς δυσμάς τμήμα του δωματίου που δεν είναι στρωμένο με πάτωμα από σανίδι, αλλά και μικρός ισόγειος οικίσκος σκεπασμένος με καμάρα.

καμάρα η, ο πέτρινος θόλος που σκεπάζει κάποιο κτίσμα.

καμαράδος ο, ο σύζυγος.

καματερή η, η εργάσιμη ημέρα.

κάματος ο, το όργωμα των χωραφιών, αλλά και η εποχή του οργώματος.

καμιγιόλα η, η ζακέτα.

καμπαέτι το, συφορά, ατύχημα.

καμπί το, επίπεδο χωράφι με σχετικό πλάτος.

καμπινάρι, κυρίως σπίτι αλλά και χτήμα ανοιχτό και ανασφάλιστο.

καμπουρίζου, κακολογώ κάποιον, ειρωνεύομαι.

καμπώνομαι, σιωπώ.

καμπωχιάρης ο, σιωπηλός, κρυψίνους.

κανισκαροί οι, οι μεταφέροντες τα δώρα του γάμου.

κανισκέλλα η, ο δίσκος όπου βάνουν το αντίδωρο στην εκκλησία.

καούματα τα, τα καμώματα.

καπατσιτά η, η δεξιότης.

κάπιδο, παγωνιά.

καπότο, άκλιτο, απαντά μόνο στη φράση «βάνει κεφάλι και καπότο», δηλαδή θυσιάζει τα πάντα. Πρόκειται για επανάληψη της αυτής εννοίας;

καπρασκελιές οι, το βάδισμα του πάσχοντος στη βουβωνική χώρα. «Του πονεί ο αζάλικας και πάει καπρασκελιές», δηλαδή θυμίζει την κίνηση του κάπρου.

καπρίκιο το, το πείσμα.

καπρικιάδικος ο, ο πεισματάρης, ο εγωιστής.

καραντάρου, υπολογίζω, εξετάζω κυρίως τον καιρό.

καρκατσίλα η, η κουτσουλιά.

καρύγκιαφλας ο, ο λάρυγγας.

καστιγάρου, πιέζω κάτι πολύ δυνατά.

καστίγο το, η πίεση.

καταλαγιάζου, ησυχάζω έπειτα από κοπιώδη δράση ή ζωηρή έριδα.

καταπά, επίρρ. προς τα δω.

καταφυγκιάζου, καταχώνω κάτι, ώστε να είναι δύσκολη η ανεύρεσή του.

κατούνα η, η περιουσία.

κατραμάρου, κάμπτομαι.

κατσήγαρος ο, το υγρό, που μένει στην κασσέλλα του λιτριβείου, αφού αφαιρεθεί το λάδι, και παροχετεύεται στην κατσηγαρολακκούδα.

κατσί το, το γατί.

κατσιρμά, επιρρ. κατευθείαν και σύντομα.

κάτσος ο, ο γάτος.

κατσούλα η, γατούλα.

κατσουλίζει, περπατά με τα τέσσερα το μωρό, σαν κατσούλα.

κατσουλώνου, μόνο στη φράση «την εκατσουλώσαμε» επί απροσδόκητου μικρού ατυχήματος.

κατωκώλια τα, ό,τι μένει από ρευστή ουσία στον πάτο του δοχείου.

καυκησία η, η καύχηση.

καυκηχιάρης, α, ικο, καυχηματίας.

κούκος ο, ο εραστής.

καφή η, η αδελφή.

καφός ο, ο αδελφός.

κάφουρας ο, ο κάβουρας.

καφτάνι το, ειρωνικά λέγεται το δώρο που δικαιούται αυτός που έκανε απρεπή ή επιζήμια πράξη.

καχριμάνης ο, λέγεται ειρωνικά για άνθρωπο ανίκανον να πράξει κάτι αξιόλογο.

κεντέρι το, επεισόδιο, φασαρία.

κερακιά η, η χαρουπιά.

κηντινάρι το, πλεξάνα με 100 κεφάλια σκόρδα.

κιαπέου, κατόπι, ύστερα.

κιόκου ζου, μπράβο σου.

κιώνι το, μεγάλο λιθάρι.

κιοχός ο, και συνηθέστερα στον πληθυντικό οι κιοχοί, οι όρθιες πλάκες που σχηματίζουν τη στεφάνη του αλωνιού. 2) είδος χόρτου.

κιώνου, φέρω κάτι εις πέρας, 2) συμπληρώνω κάποιο ποσό κυρίως χρημάτων.

κλημαντουιριάζομαι, υπό το βάρος θλίψεως γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω ως κληματίς.

κλήρα η, το παιδί, ο απόγονος.

κλιβανή η, μικρό άνοιγμα σε γωνιά της στέγης συνήθως 15X15 εκατοστά.

κλωγιού η, η κλώσσα.

κλωγιού, ρ. κλωσσάω.

κογιονάρου, εμπαίζω.

κοδεσποιταιό το, το σύνολο των αγαθών κάποιου.

κοιλάρφανος ο, ο ορφανός από την κοιλιά της μάννας του, λέγεται και τοιλάρφανος, μήπως τηλάρφανος; δηλαδή προ της γεννήσεως ορφανός.

κοιλιόπαχα τα, τα εντόσθια των πουλιών.

κοινασία η, η ομοιότης.

κοκοιδιού η, η κακοειδής, η δύσμορφη.

κόνιτσα η, θημωνιά από λιπίνους (θέρμους).

κοντό το, πανωφοράκι με διάκοσμο.

κοντράστο το, αντίσταση.

κοπανηχιά η, χτύπημα.

κοπέλλι το, βρέφος από κλεψιγαμία, 2) υποταχτικός.

κοπελλιαρός ο, νέος άντρας που δεν ήρθε σε πρώτον γάμο.

κοπρίζου, λιπαίνω τα χωράφια με κοπριά των ζώων.

κόρδα η, ξύλινο δοκάρι στηριζόμενο στους πλαϊνούς τοίχους. Σ' αυτό στηρίζεται μικρότερο ξύλο που ανακουφίζει το βάρος του κορφέα, δηλαδή της μεγάλης ξύλινης δοκού που στηρίζει τη στέγη.

κόρδα, στη φράση «τον ευρέκασι κόρδα» σημαίνει ότι βρήκανε κάποιον νεκρόν.

κορώνα η, η λέξη κορώνα και με τον υποκοριστικό τύπο κορωνίτσα συνηθέστατη στη Μάνη και σημαίνει στολίδι μου, κόσμημα μου. Πρόκειται για αρχαία ελληνική λέξη που εδόθη και στη Λατινική, στην οποίαν διετήρησε τη μακρά παραλήγουσα του δωρικού κορώνα.

κοτιλιά η, κουτσουλιά.

κοτρωνιά η, χτύπημα με πέτρα μεγάλη.

κοτρόνι το, μεγάλη πέτρα το μέγεθ. κοτρώνα.

κοτρώνομαι, ελέγχω κάποιον για πράξη που δεν είναι βέβαιο ότι την έπραξε.

κοτσώνου, δημιουργώ εξόγκωμα.

κουλαντρίζου, περιποιούμαι κάποιον με μεγάλη φροντίδα, αλλά όχι και με ειλικρινή διάθεση.

κουλάστρα η, το πρωτόγαλα, λατινικής αρχής.

κουλούκι, άκλιτος τύπος λέγεται επί τυφλών.

κουλουμπαιριαζόμαστε, συνωθούμεθα περί ένα σημείο.

κουλυμπού, ν.ε. κολυμπώ.

κουλύμπου, επιρρ. κολυμπώντας.

κουντουνού, το ίδιο και κουντουνίζου ν.ε. κωδωνίζω, έχει και τη σημασία του χτυπώ κάποιον με πέτρα ή ξύλο.

κουριστάρικος, η, ο, σφαιρικός κατά το σχήμα και λείος.

κουρκούτσιλας ο, κωνοειδής στήλη σχηματιζόμενη με πέτρες άτεχνα τοποθετημένες πάνω στο στόμιο της στέρνας, για να μην υδρεύονται άλλοι, αλλά και σε χωράφια ως ορόσημο. Το αυτό και κούτσινας.

κουρκουτσιλιάζου, κατασκευάζω κουρκουτσίλους.

κούρταλα τα, εκδηλώσεις χαράς.

κουσουμάρου, αρέσκομαι.

κουτουρού, εκτός του γνωστού και στην Κοινή επίρρ. κουτουρού υπάρχει στη Μάνη και το ρήμα κουτουρού, που σημαίνει ότι αποτολμώ να κάνω κάτι.

κρόου, χτυπώ, δέρνω, πρτ. έκροα, οι άλλοι χρόνοι από το βαράω.


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] Ιδίωμα Α ] Ιδίωμα Β ] Ιδίωμα Γ ] Ιδίωμα Δ - Ι ] [ Ιδίωμα Κ ] Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] Ιδίωμα Π - Ρ ] Ιδίωμα Σ - Τ ] Ιδίωμα Υ - Ω ]