Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

δεμοχιά η, δημόσιος δρόμος.

δέντρο το, η βελανιδιά.

δεχαμενίζου, περιορίζω, ελαττώνω.

δικού, επαρκώ, αρχ. διοικώ.

δικολογιά η, το αυτό και δικοσύνη, η συγγένεια.

διπλάρης, α, ικο, ο δίδυμος.

διχάλι το, γεωργικό εργαλείο, που χρησιμοποιείται στο αλώνι για το λίχνισμα. Είναι χοντρό κοντάρι μεγαλύτερο του μέτρου που διχάζεται στην κορυφή και απολήγει σε δύο δόντια. Πρόκειται για τον αρχαίο τύπο δίχηλος και στη δωρική, που διετηρήθη στη Μάνη, δίχαλος. Αν έχει τρία δόντια, λέγεται τριχάλι.

δοκούμαι, αντιλαμβάνομαι, κατανοώ.

δικιώνου, ικανοποιώ αδικηθέντα τιμωρώντας αυτόν ο οποίος τον έβλαψε. Το μέσον δικιώνομαι σημαίνει ότι ικανοποιούμαι με την τιμωρία εκείνου που έκανε κακό σε μένα ή σε μέλος της οικογενείας μου. Η σημασία του ρήματος δεν αλλάζει, αν ο τιμωρηθείς δεν είναι ο ίδιος, που έβλαψε, αλλά αδελφός του ή άλλος εξ αίματος συγγενής του.

δομά η, η δομή.

δροσία η, η δροσιά.

δυχατέρα η, η θυγατέρα.

 

εδαπά, εδώ, το ίδιο και έπα.

εδιάηκα, πήγα (Δημήτρης Παπαδόγκωνας από Οχιά)

έλυζος ο, είναι το αρχ. ολύνθη, ερινεός. Ο Χατζιδάκης ΜΝΕ 2, σ. 205 υπέθεσε ότι από Λακωνικό όλυνσος αντί όλυνθος ελέχθη έλυσσος. Η προφορά σσ>ζ, που παρατηρείται στη Μάνη: Κυπάρισσο > Κυπάριζο, βασίλισσα > βασίλιζα, μελισσόκηπος > μελιζόκηπος κλπ. δείχνει πως είναι σωστή η ερμηνεία αυτή.

εούτος, η, ο, αυτός, τούτος.

εστρελαπάρθηκα, εις τρέλα πάρθηκα, είδα φάντασμα, τρελάθηκα (Δημήτρης Παπαδόγκωνας από Οχιά)

έτσα, το ίδιο και έτσαδα επίρρ. έτσι.

έχει του, τα έχει του, δηλαδή τα υπάρχοντά του.

 

ζάβαλε, δύστροπε.

ζαΐφικος, κια, ικο, ασθενικός.

ζάρου, λατ. utor, συνηθίζω.

ζεμπέκι το, ακόλουθος, υποτακτικός.

ζεμπερέκι το, σύρτης της πόρτας που ανοιγοκλείνει απέξω.

ζεπχιά η, το όργωμα μιας ημέρας.

ζητά, το ζώο έχει γενετήσια ορμή.

ζιγανεύου, δολιεύομαι, στρεψοδικώ.

ζίγανος ο, ο δόλιος, ο άδικος, το ίδιος και ζιγανιάρης.

 

θεμωνιάζου, τοποθετώ τα στάχυα στη θεμωνίστρα.

θεμωνίστρα η, χώρος κοντά στο αλώνι όπου τοποθετούν τα στάχυα. Ο σωρός που σχηματίζεται από τα δεμάτια των θερισθέντων σιτηρών λέγεται στεγάδι.

θειριακωμένος, η, ο, δυνατός.

θεωρή η, η εμφάνιση του ανθρώπου.

 

ικάντε, στη φράση «βγήκε στο ικάντε» ή «την έβγαλε στο ικάντε», δηλαδή εξετέθη στην κοινωνία.

ιριάντε, στη φράση «εστάθη στο ιριάντε», δηλαδή σε περίοπτη θέση υψηλή και γι’ αυτό εκτεθειμένη στους ανέμους.


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] Ιδίωμα Α ] Ιδίωμα Β ] Ιδίωμα Γ ] [ Ιδίωμα Δ - Ι ] Ιδίωμα Κ ] Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] Ιδίωμα Π - Ρ ] Ιδίωμα Σ - Τ ] Ιδίωμα Υ - Ω ]