Στράγγα:
βρεγμένος. Είμαι στράγγα = έχω βραχεί
Τσούπλα: πολύ βρεγμένος,
μούσκεμα
Πέρα – περού: πεσμένος από
την μια μεριά ως την άλλη
Ξεστρούλης: ο γουρλομάτης.
Ξεστρουλώνω τα μάτια = γουρλώνω τα
μάτια.
Μονιφοριακός: ο αλλόκοτος, ο
ασυνήθιστος στις ιδέες, στα λόγια και
στις κινήσεις. Σχεδόν ο ακατανόητος ή
και τρελός.
Εμπαχέρι: εδώ μπροστά μας,
πλησίον, μέσα στα χέρια μας.
Απ' αλαργάρου: Από μακριά.
Χρησιμοποιείται και στο πήδημα με φόρα.
Του κόντου: Από κοντά. Στο
πήδημα χωρίς φόρα.
Τ' αψήλου: Προς τα πάνω. Ρίχνω
πέτρα προς τα πάνω. Εις ύψος.
Στάκα: Σταμάτα, στάσου.
Κρούω: Χτυπώ, πελεκώ, βαράω.
Ξέσκουρα: Επιφανειακά,
ξώδερμα. Λέμε τον ηύρε η σφαίρα
ξέσκουρα ή λαβώθηκε ξέσκουρα.
Αναχαράζει: Ξαναμασάει την
τροφή του, αφού την επαναφέρει στο
στόμα από το στομάχι, όπως τα
μηρυκαστικά. Μηρυκάζει.
Αναπαρώθηκε: Έπεσε ξερός.
Έμεινε στο τόπο.
Τούρλωσε: Ψήλωσε το λαιμό του.
Υπερηφανεύτηκε.
Τις παρακάτω λέξεις μας
έστειλε η συμπατριώτισσα και φίλη της
ιστοσελίδας, Αθηνά Η. Κοτσόβολου (