Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

λαάζου, ηρεμώ, ησυχάζω.

λαλούδα η, πληθ. λαλούδες, στρογγυλές λευκές πέτρες που βρίσκονται στους ορμίσκους της Μάνης. Η πιο μικρή λέγεται λαλούδι το. Αναζητούντες την αρχή της λέξεως στρεφόμεθα προς το παλαιόν λάα λίθος. Ίσως όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε τον Ησύχιο λέγοντα: «λάλλας λέγουσι τας παραθαλασσίους και παραποταμίους ψήφους». Η επιφάνεια η καλυπτόμενη από τις λαλούδες λέγεται χαλικιά, αρχ. χάλιξ.

λασία η, λωρίδα από δέρμα.

λάφτου, λέγεται κυρίως για σκυλιά ή γατιά που πίνουν κάποιο υγρό με τη γλώσσα, αρχ. λάπτω.

λαχαίνου, βρίσκομαι κάπου κατά τύχην.

λαχανολόιζα η, αυτή που μαζεύει λάχανα.

λαχίδι το, μικρό τεμάχιο αγρού, που εδόθη σε κάποιον κατά τη μοιρασιά της πατρικής περιουσίας, που έγινε με σκαρφία, δηλαδή λαχνούς.

λαχτιά η, ο σάλτος.

λεβέτι το, ο λέβης.

λεγνός, η, ο, και λεγνάδι, κακομοίρης.

λεθρινιάρης, α, ικο, κιτρινιάρης, ασθενικός.

λειδινό το, το δειλινό, το απόγευμα.

λημμάρι το, τα στάχυα που χουφτώνει ο θεριστής και τα δένει με στάχυ από τα ίδια. Τέσσερα ως πέντε λημμάρια δένονται μαζί και σχηματίζουν τη μασκαλουχιά.

λιαρίζου, βγάνω παρατεταμένες θρηνώδεις κραυγές.

λιαριτά τα, θρηνώδεις φωνές.

λίgουνας ο, συνήθως ο πληθυντικός λιgούνοι, είδος μικρού μέρμηγκα με κάπως ξανθό χρώμα.

λιγκρίζου, δείχνω κάτι επιδεικτικά για να κάνω κάποιον να ζηλέψει.

λιγορεζάμενη η, κακότυχη, αφελής.

λιγοψυχού, δείχνω τάση για λιποθυμία.

λικχαίνου, συνηθίζω άνθρωπο ή ζώο να επιθυμεί κάτι.

λίμα η, η μεγάλη πείνα.

λιμαντέρης ο, πολύ πεινασμένος.

λιμπί το, μικρή κοιλότης, λακκίσκος στον οποίον παροχετεύονται υγρά εναπομένοντα μετά την αφαίρεση του λαδιού με το οποίο τρέχουν μαζί από τον πολτό των ελαίων, το χαμούρι.

λίπινας ο, το λούπινο.

λίστακας ο, ο πολύ εργατικός και δεξιοτέχνης στην εργασία άνθρωπος. (βλ. σελ. 137).

λουρί το, στενόμακρο χωράφι συνήθως σε πλαγιά βουνού. Το κάπως πιο πλατύ λέγεται λούρα ή και λουρός αρχ. λώρον.

λύζι το, το άγουρο σύκο.

λυχιασμένη η, το αυτό και λυσσομούνα. Στον Κλαύδιο Αιλιανό διαβάζομε: -λυσσητικός προς τα αφροδίσια-. Περί ζώων ιδιότητος 12, 10.

λωβός, η, ο, άνθρωπος ανάξιος λόγου, αλλά και πράγμα κακής ποιότητος.

 

μαγαριλάς και μαγαριτός, ο ανήθικος.

μαγιασίλι το, είδος εκζέματος.

μάγκουφο και μαγκούφικο το, το βακούφικο.

μαζουχιταιάρης, α, ικο, αυτός που συμμαζεύει, αλλά και αυτός τον οποίον συμμαζέψανε για να τον βοηθήσουν. Στον πληθυντικό μαζουκχιάρηδες, οι συμπτωματικώς συγκεντρωθέντες και απαρτίσαντες κάποιο σύνολο.

μαιταιάζου, βασκαίνω.

μακιριά η, το κάτω μέρος της εξωτερικής επιφανείας των μακρών πλευρών κτίσματος.

μακόνι το, πέτρα σχετικού μήκους, τις πέτρες αυτές χρησιμοποιούσαν συνήθως για στέγαση στερνών αντί καμάρας, αλλά και ως ανώφλια στις πόρτες.

μαλαθρακιάζου, φθίνω από στενοχώρια.

μαλαθρακιασμένος, ασθενικός.

μαλιτζάρου, περιεργάζομαι, χειρίζομαι κάτι. Το μέσον μαλιτζάρομαι σημαίνει πως έχω κάποια δεξιότητα η διατηρώ κάπως τις δυνάμεις μου.

μάλλιου, σημαίνει κάτι μεταξύ του λοιπόν και του μάλλον.

μαξουλιώμαι, γδέρνω τα μάγουλά μου με τα νύχια μου στο άκουσμα οδυνηρού γεγονότος.

μαραγιάρης, α, ικο, αυτός που διατηρεί για πολύ τη θλίψη του χωρίς να εκδηλώνεται.

μαραφουλισμένη, αυτή που εδέχθη ερωτική θωπεία.

μαραφουλού, ψαύω, ψάχνω.

μαρμάρα η, λεπτή πλάκα μαύρου χρώματος, 2) γυναίκα με ατροφικά στήθη.

μάστακας ο, είδος ακρίδας.

ματαμπαίνου, μπαίνω εκ νέου.

ματζέτα η, το αυτό και δαμάλα, η αρχαία δάμαλις.

μαυλού, λέγεται κυρίως επί σκύλων και σημαίνει πως τον καλώ να 'ρθει κοντά μου και τον καθησυχάζω, το αντίθετο αναγκάζου το σκύλο, δηλαδή τον παρακινώ να επιτεθεί.

μεινέσκου, διανυκτερεύω κάπου.

μελετού, μνημονεύω.

μελυδρία η, οι συνέπειες της υγρασίας κυρίως στο έδαφος.

μερασία η, η μοιρασιά.

μειριάζου παραμερίζω, μετακινώ κάτι.

μερούνου, ημερώνω ατίθασο ζώο, 2) ετοιμάζω κάποια έκταση για καλλιέργεια.

μεσάδι το, το μισό καρβέλι, το τέταρτο λέγεται ντακούρι.

μεσαρία η, το μέσον ενός χώρου.

μεσοτοπία η, το μέσον κάποιας αποστάσεως.

μιλιώμαι, διατηρώ τυπικές σχέσεις με κάποιον, αν και υπάρχει λόγος διακοπής.

μνόου, ομνύω, απαντά κυρίως στις φράσεις «μνόου στ' όνομά του» και στην ευχή «ότι μνόεις να χαρείς», δηλαδή να χαίρεσαι ότι αγαπάς. Η φράση «μνόει στ' όνομά του», δηλαδή ορκίζεται στ' όνομα του σημαίνει τον αγαπά υπερβολικά. Και όρκος «στη ζωή (ή στα μάιτα) που μνόου»

μόδι το, αρχαίο μόδιος. Λέγεται για πολύφαγον «τρώει ένα μόδι» και χρησιμοποιείται και στην ευχή προς αυτούς που αλωνίζουν «χίλια μόιδα κι οξου ο σπόρος» ή «χιλιομοδίες».

μόκος, γνωστοί στην αρχαία Ελληνική οι τύποι μώκος που σημαίνει εμπαιγμός και μωκός= είρων. Η φράση που ακούγεται στη Μάνη «έναι ένας μόκος» με την οποία χαρακτηρίζεται άνθρωπος λιγόλογος αλλά και βραδύνους οδηγεί στην άποψη ότι το λεγόμενο σήμερα μόκος πρέπει να συνδεθεί μάλλον με το ιταλικό moccio= βουβός.

μαλαϊμίζου, καθησυχάζω.

μοναξiα η, η μοναξιά.

μόνε, αλλά.

μονίτατος, η, ο, συνεχής, αδιαίρετος.

μορφοτζιτζιλόμης και τζιτζιλόμης, ο φροντίζων της εμφάνισής του, ο κομψευόμενος.

μουγκανϊώμαι, μουγκανιέμαι αρχαίο μυκώμαι.

μπαλουχιά η, εξοικονόμηση αναγκών με απροσδόκητη βοήθεια.

μπαρτσινέβελοι οι, σκωπτικώς οι συνεργάτες.

μπασία η, επισκέψεις μη αναμενόμενες.

μπατίκι το, η παρεχομένη από κάθε οικογένεια ετησία αμοιβή του Παπά.

μπαχατέλλα η, άχρηστα αντικείμενα. Κυρίως σκεύη περιττά που βρίσκονται στο σπίτι.

μπενοκλάδι το, στη Μάνη εκτός από την ασθένεια δηλώνει και την κατάχρηση φαγητού, «έφαε ένα μπενοκλάδι» και εμπενοκλάιδασε, δηλαδή έφαε το καταπέτασμα. Συχνά ακούγεται και η κατάρα «μπενοκλάδι να ζε κόψει».

μπλεύρο το, σακκί, συνήθως στον πληθυντικό μπλεύρα, τα δυο σακκιά τα φορτωμένα στα δυο πλευρά του υποζυγίου.

μπόλα η, γυναίκα που συνηθίζει να γυρίζει στα σπίτια.

μπολεύει, αποφεύγει την εργασία και περιφέρεται άσκοπα.

μπόλια η, το αλλού τσεμπέρι, 2)το ξύγκι του σφαγέντος ζώου.

μπολιάρης, α, ικο, ο περιφερόμενος άσκοπα, φτωχός συνήθως. Είναι το βυζαντινό εμβολάριος.

μουιδιού, μουδιάζω, αρχ. αιμωδιώ.

μουιθριάζου και πιμουιθριάζου, ρίπτω κάποιον μπρούμυτα.

μουκαντάς ο, το σύνολο της περιουσίας κάποιου.

μουκέντρα η, η βουκέντρα.

μουσκλώνου, με την έκφραση του προσώπου εκφράζω δυσφορία και αποφεύγω την ομιλία.

μουστρουχιά η, το χτύπημα στο πρόσωπο με την ανάστροφη του χεριού.

μπάθρα η, μικρό κομμάτι και άχρηστο από παλαιό δέρμα και παρατσούκλι Μπάθρας, ο συλλέγων τα περιττά.

μπαλαούρα η, οχλοβοή, βαβούρα.

μπλουχιάζου, μουχλιάζω.

μπλούχιος, α, ο το αυτό και μπούχλιος, ο μουχλιασμένος, αλλά και ο ακάθαρτος άνθρωπος.

μπονταργάτης, μόνο στη φράση «παίρνει με το μπονταργάτη», δηλαδή είναι βραδύνους.

μπουγαζί το, κόκκινη ταινία που περιβάλλει το βελέσι στον ποδόγυρο. Το αφαιρούσαν σε περίπτωση χηρείας.

μπουρλιάζου, κάνω ορμαθούς με σύκα, τσαπέλλες.

μπουχάιδα τα, οι βλαστοί δένδρων.

μπουχός ο, η σκόνη που δημιουργείται στο αλώνι, όταν λιχνίζουν με το τριχάλι, δηλαδή χωρίζουν τον καρπό από τα άχιουρα.

μπράχαρος, η, ο, κακόμοιρος, άτυχος.

μπρέει, τρέχει το υγρό από πόρο μη ευδιάκριτο.

μωρακία η, μόνο στη φράση «δεν ακούστηκε ούτε η μωρακία του» λέγεται για εξαφανισθέντα που δε δόθηκε στοιχείο υπάρξεως και δεν εγνώσθη τίποτα για την τύχη του.


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] Ιδίωμα Α ] Ιδίωμα Β ] Ιδίωμα Γ ] Ιδίωμα Δ - Ι ] Ιδίωμα Κ ] [ Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] Ιδίωμα Π - Ρ ] Ιδίωμα Σ - Τ ] Ιδίωμα Υ - Ω ]