Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

πααίνου, πηγαίνω πρτ. επάναινα, μελλ. θα πάου, αόρ. ειδιάηκα, πρκ. είμαι ιδιαβαρμένος και υπερσ. ήμου ιδιαβαρμένος.

παινεχιάρης, α, ικο, ο καυχηματίας, καυχησιάρης.

παιχνιδιαρίζου, επιδίδομαι σε άκαιρα παιχνίδια.

παμπακέλλα η, το λευκό τσεμπέρι που βάνουν στα μούτρα του πεθαμένου.

πανιάδα η, ξερό ψωμί, το ρίχνω σε βραστό νερό με λίγο λάδι και το τρώω.

παντάρου, συνήθως στο γ' πρόσωπο και σημαίνει αρμόζει.

παντέχου, ελπίζω.

παντοχή η, η ελπίδα.

πάου, πηγαίνω.

παραβολή η, η εσωτερική πλευρά του χωραφιού παράλληλη προς το χτάρι βλ. λ.

παραιδιαβασμένος, η, ο, ψυχοπαθής στον οποίον οι παπάδες διαβάζουν συχνά τα ευαγγέλια (το τετραβάγγελο).

παρασάνταλος, η, ο, κακοφτιαγμένος και ανόητος.

παράσημος, η, ο, ο κακοφτιαγμένος.

παράτα η, η πομπή κυρίως στη φράση «επέθανε και τόνε πάσι με παράτα μεγάλη».

παρλιακός, η, ο, ο φλύαρος και επιπόλαιος.

πασπαλάς ο, χυλός που παρασκευάζεται με λάδι και νερό, μόνο με λάδι λέγεται καυτός. Απλή ανάμιξη λαδιού και αλευριού χωρίς βρασμό λέγεται ωμός πασπαλάς. Αν γίνει με χοιρινό συκώτι λέγεται σκωτοπασπαλάς.

πασπατεύου, ψηλαφώ.

παχνιάζου, ειρωνικά υπερσιτίζω κάποιον αλλά και βάνω κάτι στο παχνί

πελενά η, λέγονται έτσι οι δυο σιταρένιες πίττες ή τα δυο σοινίκια (χοίνικες) σταριού που προσφέρονται ως γαμήλιο δώρο. Κατ επέκταση λέγεται πελενά και η πίττα που προσφέρει ως δώρο ο επισκεπτόμενος συγγενικό σπίτι.

πενιάρου, παραγγέλλω.

πεπανός, η, ο, ευγενής, καλός αρχ. πέπων.

πειριορίζομαι, οργίζομαι, εξάπτομαι πολύ, αγριεύω.

πέτομαι, το ρήμα αυτό διετήρησε στη Μάνη την μορφή και σημασία που είχε στους ομηρικούς χρόνους. Ο ενεργητικός αόριστος επέτησε γνωστός και στην αρχαία.

πιζωστρόφχια τα, η επίσκεψη της νιόπαντρης κόρης στο πατρικό σπίτι την πρώτη Κυριακή μετά το γάμο.

πίνεργος, ο δεξιοτέχνης.

πινέργου, το αυτό και πινεργοτίς, επίρρ. σκοπίμως, με αυτή την πρόθεση, ακριβώς για τον σκοπό αυτόν.

πινιάτι το, τέτζερης, το μεγάλο πινιάτα και το μικρό πινιατάκι.

πιστρουμά η, βελέτζα η μισή πάνω και η μισή κάτω.

πιτίνι το, η εξωτερική γωνία ενός κτίσματος.

πιχερίζομαι, αναλαμβάνω τη διεκπεραίωση δύσκολης υποθέσεως ή κατασκευή επίπονου έργου.

πιχιούνου, επιχύνω.

πλακομιιθιάζου, καταπλακώνω με μεγάλες πέτρες (πλακώματα).

πλαστηρίζου, προστρίβω ελαφρά τις ελιές στο σουφρά, που έχω μισογερμένον μπροστά μου, και αφαιρώ τα φύλλα για να τις ετοιμάσω για το λιτριβείο.

πλέος, α, ο, περισσότερος, πλείων.

πλευρά η, η πλευρά βουνού.

πλοκαιριά η, έτσι λένε το μισό κατώγι, το χωρισμένο με ξορολιθιά, στο οποίο φυλάσσουν τα άχυρα.

ποδοκρεβαιταιές οι, βλέπε αμπάρι.

ποκάρι το, μαλλί από την κούρα του προβάτου, αρχ. πόκος.

πολεμού, εργάζομαι.

πολυμπρία η, πολυομβρία.

πολυπορεύομαι, εξοικονομώ κάποιες ανάγκες.

πόρεψη η, η εξοικονόμηση.

πούρος ο, το κουκκούτσι καρπουζιού ή σταφυλιού, αλλά και το σκελίδι του σκόρδου, αρχ. πυρός.

πουρχιάζου, παίρνω κάτι δολίως και το χώνω στην τσέπη μου.

πραγαλιάζου, ησυχάζω, αφού πέρασε κάποιος σωματικός πόνος ή και θυμός.

πρίχου, πριν.

πουιριάκονας ο, ειδικός σωληνίσκος στον οποίον τοποθετείται το καψούλι από το οποίο δια του επικρουστήρος (πετεινού) παράγεται η σπίθα που ανάβει τη μπαρούτη και εκπυρσοκροτεί το εμπροσθογεμές όπλο.

 

ραίνου, το ρήμα σύνηθες στο γ' ενικό «τι ζε ραίνει» συνηθέστατη ερώτηση που σημαίνει: γιατί το μεγάλο σου ενδιαφέρον και η αγωνία σου για κάποιο ζήτημα. Το γ' πληθ. συνηθέστατο και αυτό στη φράση: «μαςε ραίνουσι οι καιροί» που σημαίνει πληττόμεθα από τους ανέμους των περιστάσεων. Πολύ

συχνά ακούγεται στα μοιρολόγια ο στίχος: «τ' ερραίνομου, τ' ετίζομου» που σημαίνει ότι οι αγωνιώδεις και επίπονες προσπάθειές μου πήγανε χαμένες.

Αναζητώντας την αρχή και σημασία των συνηθέστατων στο ιδίωμα της Μάνης ρημάτων ραίνομαι και τίζομαι είναι σκόπιμο να λάβουμε υπόψη μας ρηματικούς τύπους που βρίσκονται στον Ησύχιο. Το πολύτιμο Λεξικό βοηθάει την έρευνα του ιδιώματος της Μάνης, αλλά και λέξεις δυσνόητες, που βρίσκονται στο Λεξικό, φωτίζονται με τη βοήθεια του λεξιλογίου των Μανιατών.

Ποτέ δε θα μαθαίναμε τι σημαίνει Γύθειο, αν δε βρίσκαμε στον Ησύχιο τη μετοχή γυθίσσων = διορύσσων προερχομένη μάλιστα από δωρική περιοχή. Το Γύθειον <γύθειον εφωτίσθη από τον τύπο γυθίσσων, αλλά και το γυθίσσων από το Γύθειον, το οποίον επέζησε ως τοπωνύμιο. Εξετάζοντας τα ρήματα του λεξιλογίου των Μανιατών ραίνομαι και τίζομαι δεν πρέπει, νομίζομε, να αγνοήσουμε τον Ησύχιο στον οποίον βρίσκομε τους τύπους: «ραθαίνεται ραίνεται, βρέχεται ραθασσόμενοι ραινόμενοι, πληττόμενοι, ραίουσι φθείρουσι, ραίω φθείρω, ραίουσι φθείρουσι».

Για το συνώνυμο του ραίνομαι ρήμα τίζομαι δε θα αγνοήσουμε τους τύπους του Ησυχίου τίσομαι τιμωρήσομαι και τισάμενον καταπονούμενον.

ρεgλέας ο, χροντρό σιτάρι.

ρείπχιος, α, ο, λέγεται κυρίως για δένδρα και μάλιστα για ελαιόδενδρα που έχουν πολλά ξερά κλαδιά.

ριζάμενος, η, ο, ο ευρισκόμενος υπό την κηδεμονία κάποιου, ο εξηρτημένος, οριζόμενος.

ρικχιά η, η ποσότητα από μπαρούτη και σκάγια που βάνουμε στην κάννη του όπλου για να πυροβολήσουμε.

ρόμπωμα το, η κατά πρόσωπο προσβολή.

ρομπώνου, προσβάλλω διαπομπεύω.

ρούγα η, η θέση, δρόμος συνήθως, όπου συγκεντρώνονται οι άνθρωποι της γειτονιάς και συζητούν.

ρουγιάζου, κάθομαι πολλές ώρες στη ρούγα παραμελών τις εργασίες μου.

ρουκανίζου, αρχ. ελλην. ρυκονίζω. Στη φράση «ρουκανίζει χοντροκούκκια» σημαίνει ότι κάποιος χαροπαλεύει.

ρουμάνα και ρουμανάκα η, η πολύ εργατική γυναίκα.

ρωσφάι, στη φράση «εγίνησα ρωσφάι», δηλαδή ήρθανε στα χέρια και εκακοποίησαν ο ένας τον άλλον. Μήπως ρωσοφάι, σαλάτα;


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] Ιδίωμα Α ] Ιδίωμα Β ] Ιδίωμα Γ ] Ιδίωμα Δ - Ι ] Ιδίωμα Κ ] Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] [ Ιδίωμα Π - Ρ ] Ιδίωμα Σ - Τ ] Ιδίωμα Υ - Ω ]