Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

σάγκουνο το, το βάθος γωνίας.

σαλαμετίζου, παρουσιάζω κάποια βελτίωση, πρόοδο.

σαλουδάρου, χαιρετίζω με πυροβολισμούς.

σάλωνο το, το εσωτερικό του αλωνιού.

σαχάνι το, το σκέπασμα του τέτζερι.

σβησμένο μερδικό, ο στερούμενος απογόνων, λέγεται και σβηστομοίρης, ανάξιος λόγου άνθρωπος.

σβίδος ο, πρόκληση για μάλωμα.

σγαρίζει, ασχολείται με χειρονακτική εργασία, κυρίως γεωργική, αλλά χωρίς προθυμία και απόδοση.

σγουμπγιάζει, καμπουριάζει.

σγουμπός, η, ο, καμπούρης.

σένιαλο το, ανάξιος λόγου άνθρωπος.

σεργούνι το, ο διαπομπεφθείς.

σιγαλός η, ο σιγηλός.

σιλαμπαχιάς ο, πολύ δυνατός αγέρας, Σιλάμ Πασάς.

σκαμπουγιασμένος, η, ο, κακής σωματικής διαπλάσεως, με ελαττωμένες δυνάμεις.

σκάνταλος, αυτός που έχει τάση να δημιουργεί προστριβές.

σκάπετο το, το μη ορατό μέρος.

σκαπετού, πορευόμενος χάνομαι σε κάποια στροφή και δε φαίνομαι από ορισμένη θέση.

σκαρμώνου, με την έκφραση του προσώπου μου δείχνω τη δυσφορία μου.

σκαρφία τα, οι κλήροι, οι λαχνοί με τους οποίους γινότανε η κατανομή της πατρικής περιουσίας.

σκαρφίζομαι, επινοώ.

σκαφίζου, με το κόσκινο καθαρίζω τον καρπό από περιττά στοιχεία.

σκελίδι το, φέτα πορτοκαλιού ή μικρό μέρος κρεμμυδιού.

σκενταμίδα η, μικρή πέτρα σαν φέτα απολήγουσα σε αιχμή.

σκιγιάτης ο, ο Οχτώβρης.

σκοπαΐδα η, σχισμένο ασκάδι, ισχάς.

σκούζου, το ρήμα σκούζου, το γνωστό σκούζω της Νεοελληνικής είναι το αυτό προς το αρχαίο σκύζομαι, το οποίο, καθώς δείχνουν οι τύποι σκύζει, λυπεί, οργίζεται και σκύζουσιν, που βρίσκαμε στον Ησύχιο στη μεταγενέστερη Ελληνική εχρησιμοποήθη και στην ενεργητική φωνή. Από το σκύζω αυτό το σκούζου της Μάνης με τη γνωστή στο ιδίωμα προφορά υ>ου και τη συνήθη ρηματική κατάληξη ου.

Στη Μάνη έχει ειδική μεταβατική σημασία στη φράση «σκούζουσι το Γιάννη». Δηλαδή προσερχόμενοι στο σπίτι κάποιου νεκρού Γιάννη φωνάζουν (σκούζουσι) «αδέρφι Γιάννη αδέρφι».

Εντεύθεν και η βαριά κατάρα «να ζε σκούξουσι», δηλαδή να πεθάνεις. Ο Σολωμός το χρησιμοποεί με μεταβατική σημασία. Το άκουσε από τη μάννα του με τη σημασία αυτή.

σκουντρίχνου, συγκρούω.

σμουγδιός, α, ο, υπόξυνος.

σμουλείχου, γλείφω με τη γλώσσα, λείχου.

σούρνου, σύρω, σούρνου γυναίκα, δηλαδή την απάγω άκουσαν.

σουσουμάλι, η κατά διαστήματα επαναλαμβανόμενη στροφή της κεφαλής.

σουρτοφελιά η, θηλιά του σχοινιού, συρτοθηλιά.

σοφόρα η, γυναίκα με δραστηριότητα προκαλούσα σχόλια. Σεπφόρα;

σπερούνου, διανυκτερεύω.

σταβάρι το, ιστοβοεύς.

σταλιάζου, επί προβάτων καταφεύγουν σε σκιερό μέρος για ν' αποφύγουν τη ζέστη. Επί ανθρώπου με ειρωνική διάθεση.

στάλος ο, οι πρώτες απογευματινές ώρες του θέρους, αλλά και ο τόπος που σταλιάζουν τα ζώα.

στανιώνου, κασσιτερώνω τα χαλκωματένια δοχεία.

σταρένιος, α, ο, από σιτάρι, το αυτό και σταρήχιος.

σταρουλιά η, γεύση ή οσμή σταριού «σπιτάκι μου σμιγαδερό και σταρουλιάς μυρίζεις».

σταυροκοπείο το, στο σημείο που έπεφτε ο σκοτωμένος χαράζανε σταυρό και τη θέση αυτή την λέγανε σταυροκοπείο.

σταφνίζου, χτυπώ κάποιον ξαφνικά.

στεγαιδιάζου, φτιάνω στεγάδι, δηλαδή βάνω τα δεμένα στάχυα (μασκαλουχιές) ή και τις βελέτζες τη μια πάνω στην άλλη.

στειριακά, επίρρ. στέρεα, σταθερά.

στειριωμένος, άντρας ψηλός αλλά όχι αξιόλογος.

στηιθιάζομαι, αναλαμβάνω τη διευθέτηση σοβαρής υπόθεσης.

στοιχείο, λέγεται για άνθρωπο εύρωστον.

στορή, από το παλαιό ιστορώ και το μεσαιωνικό στορώ = ζωγραφίζω, προήλθε η στόρηση, εικόνα και η στορή που βρίσκεται στα μοιρολόγια και σημαίνει και αυτή εικόνα, μορφή.

στουμπανίζου, χτυπώ άνθρωπο ή ζώο με πείσμα.

στουμπώνου, παραγεμίζω κάτι με περιεχόμενο δεκτικό πιέσεως, αποφράσσω.

στράδα το αυτό και στράτα, ο δρόμος.

στραδεύου, με τη σημασία πορεύομαι, συνηθέστερο το τρίτο πρόσωπο το οποίο σημαίνει ότι το χυνόμενο υγρό μπαίνει κανονικά στο άλλο δοχείο και δε χύνεται έξω.

στρατουλίζεί, επί νηπίων αρχίζει να βηματίζει.

στρέμπλα η, γερό ξύλο σχετικού πάχους, μπαίνει σε τρύπα ανοιγμένη στον τοίχο της πόρτας και την ασφαλίζει.

στρηνίο το, συνήθως σε πληθυντικό στρηνία τα, παιχνίδια.

στρηνιού, παίζω με ζωηρό τρόπο και σχετικές φωνές, αρχ. στρηνιώ.

στρουγκιά η, χτύπημα με γροθιά.

στρουγκίζου, χτυπώ με γροθιές.

στρούγκος ο, η γροθιά.

στριφτάϊδα τα, βρασμένα τρίμματα ζύμης.

στροφίγκι το, ζβέρκος, τράχηλος.

σύγιουρα τα, τα περί την οικίαν χτήματα.

σύγκιρια η, ο Μανιάτης που δεν αποχτούσε αρσενικά παιδιά έπαιρνε και δεύτερη γυναίκα για να αποχτήσει. Οι δυο συνυπάρχουσες σύζυγοι ελέγοντο σύγκιριες, συγκυρίες του οίκου, ή σύγκρεας κατά την ευχή «έσονται εις σάρκα μία». Η παρουσία του ημιφώνου είναι αισθητή προ και μετά το ρ.

συνάγκλουθο το, ο ακολουθών συνήθως κάποιον.

 

ταβλαμπέζι, στη φράση «εγίνη ταβλαμπέζι» που σημαίνει κάποιο μέλος του σώματος πρήστηκε υπερβολικά.

ταή η, η τροφή.

ταλίμι το, δεξιότης.

ταχιά, επίρρ. ενωρίς την επομένη ημέρα.

τηχτικός, ία, ικό, λένε έτσι τον ασθενή κυρίως τον φυματικό. Πρόκειται για το αρχαίο τηκτικός που βρίσκομε στο Διοσκουρίδη. Βλέπε και Ιπποκράτη, Αέρων κλπ. Δηλαδή το αρχαίο τηκτικός απλώς συνεμορφώθη με τους νόμους της Νεοελληνικής, ψιλό συν ψιλώ έγινε δασύ συν φιλώ.

τζολαρίζομαι, στολίζομαι, βάνω τα καλά μου.

τίζομαι, βλέπε το ρ. ραίνομαι.

τόμου, αμέσως, κατόπι, αφού.

τουμπού, χτυπώ κάποιον με το κεφάλι μου, λέγεται κυρίως επί ζώων. Η γίδα ή η αγελάδα τουμπά.

τραπέλλα η, ομάδα κυνηγών που πιάνουν τα ορτύκια με την απόχη. Πιθανώς πρόκειται για την ιταλική λέξη trapolla που σημαίνει παγίδα. Κατά το ατομικό κυνήγι ο κυνηγός ψάχνει για ορτύκια στα λουρία και στα αρμάκια, που βρίσκονται στις πλαγιές των βουνών. Έτσι ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας από το ένα χωράφι στο άλλο κινείται βουστροφηδόν. Η κίνηση αυτή μας θυμίζει το «τραπελιζόμενος, συνεχώς αναστρεφόμενος» του Ησυχίου. Άλλως τε και οι κυνηγοί της τραπέλλας, που πιάνουν τα ορτύκια στον αέρα, συνεχώς αναστρέφονται.

τρικούκουλο το, δοθιήν, καλόγερος. Μεταφορικά σημαίνει τον ενοχλητικόν άνθρωπο, το γκρινιάρη και εριστικόν. Πρόκειται για δοθιήνα με τρεις κόμβους τρικόμβυλον.

τρόχαλο το, πέτρα σχετικού μεγέθους που μπορεί κανείς να εκσφενδονίσει. Είναι το αρχαίο τροχμαλός λίθος. Το αρσενικό τρόχαλος σημαίνει σωρό λίθων. Το χτύπημα με τρόχαλο λέγεται τροχαλία η.

τρουπολέβας, ού, ικο, ο κλέφτης.

τρουπολεβγιάζου, κλέπτω.

τσάβαλα τα, τα ενδύματα.

τσάγγρα η, το μονόκαννο κυνηγετικό όπλο. Πρόκειται για την μεσαιωνική τσάγγρα που εσήμαινε τόξο.

τσαμπρούνου, εξαμβλόω, αποβάλλω.

τσαντίλα η, η σακκούλα που στραγγίζουν το τυρί, αλλά και τα πανιά που βάνουν τον πολτό των ελαίων (το χαμούρι) για να το στύψουν και να βγάλουν το λάδι.

τσαντίλι το, το σακκίδιο που βάνουν μέσα το μουστάρι (βυζιά) της γίδας και το δένουν στην πλάτη της για να μη μπορούν να βυζάξουν τα κατσίκια.

τσάρδελος, η, ο, λέγεται για γατιά που αρπάζουν, αλλά και για ανθρώπους που έχουν τάσεις αρπαγής.

τσατσάρι, επίρρ. στη φράση «να πάεις τσατσάρι» κατ ευθείαν και σύντομα.

τσινιά η, λάκτισμα ζώου.

τσινού, επί ζώων λακτίζω, επί ανθρώπων εκφράζω τη δυσφορία μου με ταχεία αποχώρηση από κάπου.

τσιρομνυαλιάζου, αδυνατώ να σκεφθώ.


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] Ιδίωμα Α ] Ιδίωμα Β ] Ιδίωμα Γ ] Ιδίωμα Δ - Ι ] Ιδίωμα Κ ] Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] Ιδίωμα Π - Ρ ] [ Ιδίωμα Σ - Τ ] Ιδίωμα Υ - Ω ]