Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

βαγιόλι το, πετσέτα φαγητού.

βαθιμολόγος ο, βαθμοφόρος.

Βαιριοστυχού, αποκάνω, κουράζομαι, κατά το δυστυχού και το μεσ. βαρυστονάχω.

βαρυγωμού, ν.ε. βαρυγγωμώ, δυσφορώ.

βασκιούνου, τυλίγω με βασκιά-φασκιά.

Βαιστιώμαι, ν.ε βαστιέμαι, κρατιέμαι από κάπου, είμαι εύπορος, επί γέροντος διατηρείται καλά.

βατσινώνου, εμβολιάζω, 2) μεταδίδω το νόσημα από το οποίο πάσχω.

βάφου, βάπτω.

βγιόλα η, το αυτό και βγιολέντρα, λέγεται για γυναίκα αμφιβόλου ηθικής ποιότητος.

βεντεμά η, η προθυμία.

βεργάτης ο, ο δραγάτης.

βεργατικό το, η αμοιβή του βεργάτη.

βιγκλιάρης ο, ο αλλήθωρος προέρχεται από τη βίγκλα λατινικό vigilia. Στη Λάγια τοπωνύμιο Βίγκλες. Το τοπωνύμιο είναι σύνηθες σε τόπους από τους οποίους ελέγχονται κυρίως οι ακτές.

βικιά η, χτύπημα με τη βίτσα, τη βέργα.

βοσκιστικά τα, μικρό φιλοδώρημα που δίνεται από τον αγοραστή ζώου στο βοσκό.

βουλή η, απόφαση, επιθυμία.

βούλομαι, αποφασίζω.

βουρβουλιαίνου, κάνω βουρβούλες, φυσαλλίδες.

βούρλα, επίρρ. ενωρίς το πρωί.

βραστόφανα η, είδος αφάνας.

βουρκόλοι, οι, οι βουκόλοι με ανάπτυξη υγρού στην προπαραλήγουσα λόγω της παρουσίας υγρού στη λήγουσα. Πρβλ. χαχάλι > χαρχάλι, Βαυναρείο > Βαρναρείο. τοπων στη Σπείρα.

βρέτακας, ο, ο πολυφάγος. Το Βρέτακας μεγεθυντικό του Βρετός < ευρετός. Από μεγαλόσωμον και πολύφαγον Βρετό έγινε Βρέτακας > βρέτακας. Το όνομα Βρετός < ευρετός συνηθέστατο στη Μάνη και εξ αυτού το επώνυμο Βρετάκος.

βρύχος, αρσενικό μοσχάρι 1-2 ετών.

Βρωμαλίτης, ο μήνας Νοέμβριος.


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] Ιδίωμα Α ] [ Ιδίωμα Β ] Ιδίωμα Γ ] Ιδίωμα Δ - Ι ] Ιδίωμα Κ ] Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] Ιδίωμα Π - Ρ ] Ιδίωμα Σ - Τ ] Ιδίωμα Υ - Ω ]