Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα Άρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

ύχιτας, κατά τον Κοραή η λέξη προέρχεται από το επιφώνημα χαράς ΰυ ΰυ που βρίσκαμε στον Πλούτο του Αριστοφάνη, στιχ. 894. Υπάρχει στην αρχαία Ελληνική και το ίσσα επιφώνημα χαράς για την δυστυχία άλλου.

Ο Γ. Χατζιδάκης πιστεύει ότι «Εις το Κρητικόν άρα υχιτάς, ύχτας έχομεν σωθέντα αυτά τα αρχαία ΰΰ ή ίσσα λεγόμενα παρ αρχαίοις επί εντελώς ομοίας σημασίας, ήτοι ευαρέστου οσμής και ως επιχαρτικά δια την δικαίαν τιμωρίαν αλλού». Στη Μάνη συνηθέστατα ακούγεται το επιφώνημα «ύχιτας» το οποίο εκφράζει χαρά για κάτι ευχάριστο που συνέβη, συνήθης δε είναι και η φράση «ύχιτα και καλά 'παθες» που εκφράζει χαρά για την δυστυχία (το πάθημα) άλλου.

Ο Χατζιδάκης έχει διαπιστώσει επίδραση του ιδιώματος της Μάνης στη Γλώσσα της Κρήτης. Πιθανώς και το «ύχιτας» μετέφεραν από τον Ταΰγετο στην Κρήτη οι εγκατασταθέντες κάποτε στη Μεγαλόνησο Μανιάτες.

φάγγλα η, η φλόγα του λυχναριού.

φαγγρίζου, βλέπω ατελέστατα, έχω ατελέστατη όραση.

φαμέγιος ο, ο ταπεινής καταγωγής.

φάουζα η, νόσος ελκώδης, αρχ. φαγέδαινα, φάγαινα.

φελού, μπορώ.

φελεμένος, ικανός, άξιος.

φευγώς, επίρρ. στη φράση «τον έπαρε φευγώς» τον παντρεύτηκε με εκούσια απαγωγή, τον ακολούθησε.

φόϊρα τα, τα ενδύματα.

φοκόλι το, πέτρα που μπορεί να την εκσφεδονίσει δυνατός άνθρωπος.

φορτσέρι το, το μπαούλο.

φόρτσο, στο πολύ - πολύ, στην ένταση, στο τέλος.

φουμπού, ορμώ, επιτίθεμαι και φουμπγιά η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φουμπού.

φουρομανού, οργισμένος βρίζω και απειλώ.

φουχιάζου, ξεφυσώ, εκπνέω από τα ρουθούνια νευρικά, με κάποια δυσκολία, αρχαίο φυσιάω. Η προφορά υ>ου αλλά και σι>χι μετά τη συνίζηση γνωστά φαινόμενα στη Μάνη.

φρύξη η, επίσχεση κοπράνων. Την παθαίνουν όσοι τρώνε πολλά φραγκόσουκα.

φτερό το, εκτός από τη γνωστή σημασία στη Μάνη σημαίνει και το παιδί που χτυπάει με ραβδί τους θάμνους φωνάζοντας «τούκχι» για να φοβίζει τα ορτύκια και να τα κατευθύνει προς την τραπέλλα.

φτερούγα η, λέγεται μόνο φτερούγα πουλιού, αρχ. πτέρυξ.

φτυχού, ρίχνω επιτυχώς κατά του στόχου.

φωτίκι το, το ρούχο που φοράνε στον νεοφώτιστον και 2) επιλήψιμος χαρακτηρισμός, σκωπτικό προσωνύμιο.

φωτογανιά η, η γωνία του σπιτιού που ανάβουν φωτιά.

 

χάζι, σε φράση με το ρήμα κάνου «κάνου χάζι» θεωρώ κάτι αστείο, άξιο για γέλιο.

χαιράμενη η, γυναίκα που έχει τον άντρα της.

χαλαστάρι το, πέτρα που μπορεί να εκσφενδονίσει δυνατός άνθρωπος.

χαλικιά η, παραλία καλυπτόμενη από στρογγυλές λευκές πέτρες, λαλούδες.

χαρανί το, το λεβέτι, ο λέβης.

χαλασοgλησίδι το, ο ερειπωμένος ναΐσκος.

χαμοκέλλα η, φτωχική ισόγεια κατοικία.

χαμούρι το, ο πολτός των ελαίων.

χασομούνης ο, αυτός που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του (1).

χελιός ο, ταπεινής καταγωγής.

χέριζος, η, ο, ο χέρσος.

χιάχνου, κατασκευάζω.

χιοπαίζεί, ισορροπεί, ισοσταθμίζει.

χιούνου, χύνω.

χουγιασμένη η, γυναίκα για την ηθική της οποίας έγιναν άσχημα σχόλια.

χοχλάζει, βράζει.

χρεία η, η ανάγκη.

χριστοφονιάς ο, αυτός που πρόδωσε φιλοξενούμενον.

χρασουλιά η, η οσμή του θνησιμαίου.

χράχιος, α, ο, θνησιμαίος, άνθρωπος ανάξιος λόγου.

χιριωστομέϊκα τα, τα οφειλόμενα.

χρονιάζει, πέρασε ένας χρόνος από τη γέννηση ή το θάνατο κάποιου.

χτάρι το, το αναλημματικό τείχος με το οποίο στις πλαγιές βουνών δημιουργείται στενόμακρο χωράφι, αρμάκι ή λουρί.

χωνιάζου, γεμίζω το δωμάτιο με καπνό.

χωσία η, η ενέδρα, μεσν. χωσία.

χωνιάζου, παρατηρώ προσεχτικά κάποιον προσπαθών να μη γίνω αντιληπτός

 

ψαλίδι το, εκτός από τη γνωστή σημασία στη Μάνη δηλώνει και τα πλαϊνά δοκάρια που στηρίζουν την οροφή του σπιτιού.

ψίος, α. ο, ο αμιγής αλλά και αυτό που τρώγεται χωρίς ψωμί «δεν είχασι ψωμί κι’ εφάσι το μπακαλιάρο ψίονε».

ψουρορρέου, περιφέρομαι στερούμενος των αναγκαίων.

ψυχαδερφοί οι, έτσι λέγονται τα μέλη των οικογενειών, που έκαναν αγάπη μετά το φόνο μελών και των δύο οικογενειών. Η αγάπη αυτή λέγεται ψυχαδερφοσύνη. Αναφέρονται περιπτώσεις ψυχαδερφοσύνης μετά τον πρώτο φόνο χωρίς να ακολουθήσει αντεκδίκηση.

 

1. Οικογένεια στην οποίαν εδόθη το επώνυμο έλεγε ότι εδόθη για άλλην αιτία.


Νέες λέξεις Α' ] Νέες λέξεις Β' ] Νέες λέξεις Γ' ] Νέες Λέξεις Δ' ] Νέες Λέξεις Ε' ] Ιδίωμα Α ] Ιδίωμα Β ] Ιδίωμα Γ ] Ιδίωμα Δ - Ι ] Ιδίωμα Κ ] Ιδίωμα Λ - Μ ] Ιδίωμα Ν - Ο ] Ιδίωμα Π - Ρ ] Ιδίωμα Σ - Τ ] [ Ιδίωμα Υ - Ω ]