Αρχική Ιστορία Δήμοι - Χωριά Ήθη - Έθιμα Μοιρολόγια Ποίηση Απόδημοι Αρχιτεκτονική
Εκκλησίες Κάστρα Ταΰγετος Χλωρίδα Πανίδα Σπήλαια Προϊόντα ’ρωμα Μάνης
Δημιουργοί Απόψεις Εκδρομές Σύλλογοι Σύνδεσμοι Wallpaper Περιεχόμενα Βιβλιογραφία

 

Προηγούμενη

 

Επικοινωνία

Θρύλοι και Παραδόσεις από τα Τσέρια

Του Σταύρου Ξανθέα - Δάσκαλου

Ο Θησαυρός στα Σκαφιδέλια

Στο συνοικισμό Γιατρέικα στο σπίτι του Βαγγέλη Σκριμιζέα (Μάρτυρα) τον καιρό που ζούσε ο παππούς του έμενε και ένας γέρος παπάς. Αυτός είχε ένα γέρικο μουλάρι και κάθε μέρα το έβοσκε στο πλάγιο, ανατολικά του συνοικισμού, στη θέση «Σκαφιδέλια».

Ο παπάς είχε αρκετά χρήματα και φοβούμενος μήπως του τα κλέψουν τα έκρυψε σ' ένα λάκο στα Σκαφιδέλια. Κάποτε όμως ο παπάς αρρώστησε, έπεσε στο κρεββάτι και δεν μπορούσε να μιλήσει. Όπως ήταν ξαπλωμένος ζήτησε με νοήματα χαρτί και μολύβι για να γράψει. Του έδωσαν και έγραψε: «Ανάμεσα στα δυο λαγκάδια (και τσάκισε την κόλλα) έχω κρύψει αρκετά χρήματα». Αυτά πρόλαβε να γράψει και μετά πέθανε.

Αργότερα η Ζαφείρω Κουμουνδουρέα, από τα Γιατρέικα είδε σε όνειρο το μέρος που ήταν κρυμμένα τα χρήματα. Πήγε κρυφά στα Σκαφιδέλια, έσκαψε και τα βρήκε. Τα πήρε και σε λίγο έφυγε για την Αμερική. Εκεί με τα χρήματα άνοιξε μαγαζί. Πέθανε στην Αμερική το 1934.

Το χτίσιμο της εκκλησίας του ’ϊ Λιά

Στα παλιά χρόνια οι Τσεριώτες αποφάσισαν να χτίσουν μια εκκλησιά του Προφήτη Ηλία (Αϊ Λιά) σε μια κορφή της οροσειράς του Ταϋγέτου. Ανέβηκαν οι χτίστες με τα εργαλεία τους σε μια κορφή, που νόμισαν πως ήταν η ψηλότερη, και άρχισαν να χτίζουν την εκκλησία.

Το βράδυ έπεσαν να κοιμηθούν, αλλά το πρωί που σηκώθηκαν είδαν πως ο τοίχος που είχαν χτίσει ήταν χαλασμένος και τα εργαλεία τους έλειπαν. ’ρχισαν τότε να ψάχνουν όλη μέρα για τα εργαλεία τους και τελικά τα βρήκαν στην απέναντι κορυφή. Η άλλη κορφή ονομάστηκε «Χαλασμένο» επειδή βρέθηκε χαλασμένος ο τοίχος της εκκλησίας. Κατάλαβαν τότε πως ο Αϊ Λιάς ήθελε να χτίσουν εκεί την εκκλησία γιατί αυτή η κορφή ήταν ψηλότερη. Έχτισαν λοιπόν εκεί την εκκλησία μόνο με πέτρες (ξεροπέτρι). Η εκκλησία υπάρχει μέχρι σήμερα. Η κορφή αυτή είναι η ψηλότερη της οροσειράς του Ταϋγέτου και έχει ύψος 2.407 μέτρα.

Τα Δώδεκα

Λίγο πιο κάτω από την κορφή του Ταϋγέτου, περί τα 400 μέτρα, και ακριβώς επάνω στην κορυφογραμμή ένα μέρος ονομάζεται «Τα Δώδεκα».

Η παράδοση λέει ότι κάποτε μαλώνανε οι Πισωμερίτες (αυτοί που κατοικούν πίσω από τον Ταΰγετο) με τους δικούς μας γιατί αυτοί θέλανε να πάρουν τον Ταΰγετο, που στην κορφή του οι δικοί μας είχαν χτίσει την εκκλησία τ' Αϊ-Λιά.

Στο τέλος συμφώνησαν να πάνε 12 άντρες δικοί μας και 12 Πισωμερίτες να πολεμήσουν και αυτοί που θα νικούσαν θα 'παιρναν τον Ταΰγετο. Πήγαν λοιπόν 12 δικοί μας και 12 Πισωμερίτες και πολέμησαν. Οι δικοί μας σκότωσαν και τους 12 Πισωμερίτες και έτσι ο Ταΰγετος έμεινε δικός μας. Το μέρος που σκοτώθηκαν οι Πισωμερίτες από τότε ονομάζεται «Τα Δώδεκα» και χορτάρι δε φυτρώνει.

Ο Θησαυρός στο Κόκκινο Βουνί

Στα παλιά χρόνια ένας τσοπάνης είχε τα γίδια του στο βουνό, το καλοκαίρι. Επειδή είχε παρουσιαστεί στα γίδια πρώιμος μάρκαλος (= οργασμός αναπαραγωγής) αναγκάστηκε να χωρίσει τα τραγιά από τις γίδες. Τα τραγιά όμως θέλανε να σμίξουν με τις γίδες και ο τσοπάνης τα έδιωχνε.

Μια ημέρα ένα τραγί πήγε σε μια τοποθεσία κοντά στη στάνη που ονομάζεται "Κουπαρίτσα" και ήπιε νερό από ένα σκαφίδι και μετά γύριζε στη στάνη. Καθώς γύριζε όμως και πλησίαζε στη στάνη κύλισε πέτρες με τα πόδια του. Μια απ' αυτές κατρακυλώντας χτύπησε κάπου και ακούστηκε ένας ήχος όπως αυτός που ακούγεται όταν χτυπήσομε σίδερο.

Ο τσοπάνης άκουσε τον ήχο και πήγε προς το μέρος που ακούστηκε για να ιδεί τι ήταν αυτό που έβγαλε τον ήχο. Κοίταξε, έψαξε καλά και βρήκε ένα σιδερένιο στούπωμα πάνω σε μια τίκλα που είχε ένα χαλκά. Επάνω στην τίκλα ήτα γραμμένο: «Ανάμεσα στο Κόκκινο βουνί και Χαλασμένου ράχη (ονομασίες κορυφών της οροσειράς Ταϋγέτου) κρύβεται μέγας θησαυρός και όταν κοιτάξεις από την τίκλα ο ήλιος βαραίνει (= ρίχνει τις ακτίνες του) στην Κορώνη» (παραθαλάσσια κωμόπολη του Νομού Μεσσηνίας δυτικά του Ταϋγέτου).

Ο τσοπάνης όμως ήταν βιαστικός και γύρισε στη στάνη για να μη σμίξουν τα τραγιά με τις γίδες. θα έψαχνε άλλη μέρα για να βρει το θησαυρό. Μετά από δύο - τρεις ημέρες ο τσοπάνης πήγε και έψαξε για να βρει το θησαυρό αλλά δεν μπόρεσε να βρει ούτε την τίκλα με το σιδερένιο στούπωμα. Παρ' όλες τις προσπάθειες δεν βρήκε τίποτε και έτσι ο θησαυρός έμεινε καλά κρυμμένος στον κρυψώνα του.

Αργότερα λένε πως ένα Τουρκάκι που ήταν τσοπάνης και έβοσκε πρόβατα στους Πηγαδιώτες (κάτοικοι ενός ορεινού χωριού του Ταϋγέτου βόρεια της Κουπαρίτσας) εξαφανίστηκε μια ημέρα. Τ' αφεντικά του ανησύχησαν. Πήγαν στη στάνη και βρήκαν το χαρανί που τυροκομούσε τρύπιο. Κατάλαβαν τότε πως αυτό βρήκε το θησαυρό, τον έλιωσε στο χαρανί με δυνατή φωτιά και τον πήρε και έφυγε εγκαταλείποντας τα πρόβατα που έβοσκε.

Σε λίγες μέρες στη ρίζα της «Κακής Τίκλας» (ονομασία γκρεμού) βρέθηκε το πτώμα του, αλλά θησαυρός δε βρέθηκε. Φαίνεται πως το τσοπανόπουλο φεύγοντας από το στάνη με το θησαυρό πήγε να πιει νερό από το σκαφίδι του βράχου που είναι στη μέση της Κακής Τίκλας, αλλά από τη χαρά του δεν πρόσεξε και γλίστρησε. Κατρακύλησε σε αρκετό βάθος και σκοτώθηκε ο δε θησαυρός σκορπίστηκε.

Μέχρι σήμερα θησαυρός δεν βρέθηκε αν και είναι πολλοί που έψαξαν να τον βρουν.

Το θηρίο του Λεφτινιού

Στην τοποθεσία Λεφτίνι, εκεί που μέχρι το 1960 ήταν πολλοί ποτιστικοί κήποι, ζούσε στα παλιά χρόνια ένα θηρίο με τέσσερα πόδια και ένα κέρατο στο .κεφάλι, το «λιόκρουνο», που είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Τα δόντια του θηρίου ήταν φαρμακερά και έμοιαζε με γουρουνόπουλο.

Υπήρχε όμως και ένα άλλο θηρίο που ζούσε στα νερά του γειτονικού χωριού «Γαϊτσές» (Κέντρον). Πολλές φορές τα δύο θηρία μάλωναν. Σε μια μάχη το θηρίο του Λεφτινιού τραυματίστηκε βαριά και πήγε και ψόφησε μέσα στις «καρκάνες» (= βαθιές τρύπες) του Πουλέϊκου κήπου στο Λεφτίνι.

Οι Λεφτινιώτες, που το χωριό τους ήταν κοντά τους κήπους, βρήκανε ύστερα από χρόνια το λιόκρουνο του θηρίου και το πήρε ο Γέρο - Γιάνναρης. Αυτός, λίγο πριν πεθάνει, το έδωσε στον ανιψιό του Ανδρέα Βενιζελέα.

Το «λιόκρουνο» ήταν πολύτιμο γιατρικό για φιδοδάγκωμα. Όποιον δάγκωνε φίδι του δίνανε να πιει ένα ποτήρι νερό που μέσα είχαν διαλύσει ξύσμα από το λιόκρουνο και ο φιδοφαγωμένος γιατρευόταν.

Οι κάτοικοι του Λεφτινιού όταν νικήθηκε και ψόφησε το θηρίο τους θεώρησαν το ζήτημα πολύ προσβλητικό και εγκατέλειψαν το χωριό τους. Μετακινήθηκαν νοτιότερα περί τα 700 μέτρα και έχτισαν ένα νέο χωριό, με το ίδιο όνομα, που υπάρχει μέχρι σήμερα.

Το αρχαίο Λεφτίνι ήταν μεγάλο χωριό και μάλιστα πρωτεύουσα του Δήμου Λεφτινίου. Σήμερα στο μικρό συνοικισμό Λεφτίνι ζουν μόνο 3 οικογένειες. Η οικογένεια του Κουρέα, που διαμένει στην Αθήνα και η οικογένεια του Καπέα (που εξέλιπε και δεν άφησε άρρενες απογόνους) κατάγονται από οικογένειες του αρχαίου Λεφτινίου.

Σημείωση: Η μετακίνηση των κατοίκων του αρχαίου Λεφτινίου πιθανόν να οφείλετο και στα κουνούπια που ζούσαν στα νερά και στην ελονοσία που τους εμάστιζε.


Γλωσσικό ιδίωμα Μάνης ] Μανιάτικα Επίθετα ] Γαμήλια έθιμα ] Το Προξενιό ] Ο Γάμος ] Μανιάτικη Φορεσιά ] Η Σύγκρια ] Χοροί ] Γδικιωμός ή Βεντέτα ] Το Ψυχικό ] Το Στρατιωτικό ] Ο Πούρος ] Η Σβεντούρα ] Βασιλίκι και Φούσκα ] Χριστ/κα Έθιμα ] Μανιάτικα Λαλάγγια ] Πάσχα στη Μάνη ] Παραμύθια ] Λητριβεία ] Κυνήγι Ορτυκιών ] Φάκλα και Πυροφάνι ] Γιουρτάρι ] Πεζιόβολος ] Λινάρι ] Λούπινα ] Χαρούπια ] Βελανιδιά ] Μπακαλιάρος ] [ Θρύλοι Τσερίων ] Μανιάτικη Σταφίδα ] Λαγκάδι Φονιά ] Μήνες Ελλήνων ] Μήνες Μανιατών ] Εργασίες Μανιατισσών ] Η Κυρούλα μας ] Ο Πάλυρος ] Σιγκ - Σιγκ Α' ] Τσίχλα & Βατοπούλι ] Νεράϊδα & Μαυρ/λαίοι ] Οι Αποκριές ] Μέλανας Ζωμός ] Ο Χαραλάμπης ]